hidden

24 06 2011

poverty is wrapped up in the riches; and vice versa





φόντο vs θέμα

16 06 2011
shape your path

“shape your path” phot@rt by Aeglie

Απεργούμε διαφορετικά τώρα.
Δε συγκεντρωνόμαστε μαζικά ούτε πορευόμαστε στο κέντρο της πόλης.
Δε διακόπτουμε την κυκλοφορία ούτε διαλαλούμε συνθήματα.

Δε γινόμαστε το φόντο πάνω στο οποίο ξετυλίγονται ταραχές.

Οι χώροι εργασίας είναι ανοιχτοί στο κοινό. Εκπρόσωποι των εργαζομένων είναι εκεί και ενημερώνουν τους ανθρώπους που προσέρχονται για όλους εκείνους τους λόγους που μας αναγκάζουν να διαμαρτυρόμαστε. Διανέμουν κείμενα στα οποία έχουν πολύ συγκεκριμένα καταγραφεί τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε και όπου πολύ αναλυτικά και πρακτικά περιγράφονται οι λύσεις που προτείνονται, οι οποίες έχουν πολύ σοβαρά μελετηθεί ώστε να κάνουν την επιχείρηση πιο φιλική προς τους πελάτες και πιο υποστηρικτική προς τους εργαζόμενους.

Οι εργαζόμενοι δεν απομακρυνόμαστε πολύ από τους χώρους κατοικίας μας. Βγαίνουμε στην πλατεία της γειτονιάς. Εκεί συναντάμε εργαζόμενους από άλλες επιχειρήσεις – είναι μια μέρα γενικής απεργίας σήμερα, όχι μια μέρα αεργίας ωστόσο. Και είναι πολλά να γίνουν.
Ζούμε εδώ και καιρό σε τεχνητή οικονομική κρίση – όπως όλος ο κόσμος, άλλωστε, για να μειωθεί η κατανάλωση ενέργειας και αγαθών – και, από αυτό που δε μας περισσεύει, όλοι έχουμε φέρει μαζί μας κάτι σήμερα για το πρωινό παζάρι. Και έχουμε επίγνωση: με τα χρήματα που δεν τους περισσεύουν θα αγοράσουν οι άνθρωποι που θα περάσουν μπρος από τους πάγκους μας.
Αργότερα, αυθημερόν θα ξοδευτούν τα έσοδα. Θα γίνουν φάρμακα, τρόφιμα, βιβλία – έχουν καταγραφεί διακριτικά οι ανάγκες αυτών που δεν τα βγάζουν πέρα – και το απόγευμα κάποιοι θα τους επισκεφθούμε. Άλλοι θα επισκεφθούμε τα κοντινά ιδρύματα που φιλοξενούν παιδιά και ηλικιωμένους, υγιείς και ασθενείς, μοναχικούς και οικογένειες.
Δεν έχουμε καιρό για χάσιμο. Ανάμεσά μας υπάρχουν πολλοί άνεργοι – και η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας είναι κοινός τόπος στις απαιτήσεις των απεργών εργαζομένων σε όλες τις επιχειρήσεις – αλλά κανένας άεργος. Οι ανάγκες των ανθρώπων γύρω μας είναι πολλές και φροντίζουμε να γινόμαστε χρήσιμοι.
Εκείνοι που μας χρειάζονται δεν είναι μόνο οι ανήμποροι και οι άποροι. Κυρίως μας χρειάζονται εκείνοι που έχουν – που επιβάλλεται να έχουν – όνειρα: τα παιδιά. Το σχολείο μένει ανοιχτό μετά το σχόλασμα, με ευθύνη των γονέων και των δασκάλων. Ως το βράδυ εργάζονται χωρίς να πληρώνονται οι δάσκαλοι της γλυπτικής, του θεάτρου, της ζωγραφικής, του κινηματογράφου, της μουσικής, του χορού.
Φροντίζουμε όλα τα παιδιά όπως τα δικά μας. Φροντίζουμε όλους τους ηλικιωμένους όπως τους γονείς μας. Φροντίζουμε ο ένας τον άλλο. Δεν είναι ο οίκτος που μας παρακινεί, είναι ο εγωισμός.
Ο εγωισμός μας απαιτεί να εξασφαλίσουμε ένα ασφαλές, υγιές και όμορφο περιβάλλον για τη ζωή που μας έχει δοθεί. Ο εγωισμός μας οδηγεί τη σκέψη πέρα από τα όρια και τους όρους, τα θέατρα ελέγχου και τους ρόλους. Εκεί όπου η βούληση του ανθρώπου είναι ελεύθερη να δημιουργήσει τον κόσμο.





διάκριση

30 05 2011

η νύχτα είναι σκοτεινή, δεν είναι το σκοτάδι

english version





differentiation

30 05 2011
slight light

“slight light” phot@rt by Aeglie

night is dark; it’s not darkness, though

greek version





ον ή προϊόν;

24 05 2011

Σχολιάζοντας ένα κείμενο στο people and ideas, πριν λίγες μέρες, σημείωσα ότι ο άνθρωπος είναι ένα ον που ζει σαν προϊόν.
Η φράση έτρεξε γρήγορα από το μυαλό στα δάχτυλά μου και, σε πρώτη ανάγνωση, έμοιαζε ένα παιχνίδι των λέξεων. Και, όπως μόνο το παιχνίδι ξέρει να κάνει, αυτές οι λέξεις με οδήγησαν να παρατηρήσω τα πράγματα με άλλη ματιά.
Πράγματι, ο άνθρωπος καταναλώνεται στην καθημερινή του ζωή. Καταναλώνει τον εαυτό του, όπως τα προϊόντα που παράγει προς κατανάλωση. Άραγε, προς κατανάλωση αναπαράγεται ο ίδιος;
Καταναλώνεται, ξοδεύοντας με παθιασμένο ζήλο το μόνο δώρο που μπορεί ν’ απολαύσει: το χρόνο που του έχει δοθεί. Το χρόνο που του είναι πολύτιμος, που ποτέ δεν του περισσεύει και που πάντα ψάχνει τρόπους να τον επιμηκύνει.
Αγωνιά για το πώς θα καταναλώσει το χρόνο του: «τι κάνουμε τώρα;» «τι θα κάνουμε το βράδυ;» «που θα πάμε το σαββατοκύριακο;» Τρέχει πίσω από το χρόνο του. Κυνηγά ως θηρευτής το χρόνο του να τον σκοτώσει. Ή, έστω, να τον αιχμαλωτίσει επιτέλους αυτόν τον ελεύθερο χρόνο του.
Καταναλώνει χρόνο για να κερδίσει χρήματα. Καταναλώνει χρήμα για να κερδίσει αγαθά. Καταναλώνει αγαθά για να κερδίσει χρόνο. Μοιάζει μάταιο. Αλλά είναι;





παράξενο

20 05 2011

πώς γίνεται να μας είναι τόσο ευχάριστη η μυρωδιά του φρεσκοκομμένου χόρτου, ώστε εισπνέουμε βαθιά για να απολαύσουμε πλατύτερα το άρωμα από το πληγωμένο γρασίδι, την ευωδιά από το ακρωτηριασμένο φύλλο

english version





τράβηξε τις βροχές

21 04 2011

η ώρα της επιστροφής εσπερινή και το φως λιγοστεύει με κάθε χιλιόμετρο που φεύγει, καθώς ο δρόμος ανεβαίνει υψόμετρο και τα σύννεφα από τη βροχή βαριά κατεβαίνουν χαμηλά στην πλαγιά – νομίζεις θ’ απλώσεις το χέρι σου και θα φτάσει ν’ αγγίξει την υγρή τους ύφανση, νομίζεις θ’ ανοίξουν τα δάχτυλά σου διόδους μες απ’ την πυκνή τους πλέξη – γιατί ο Απρίλιος τράβηξε τις βροχές που ο Μάρτιος δεν τόλμησε να ελευθερώσει και ξεδιψά τώρα τ’ ανθισμένα του γόνιμα χώματα, σε όλα τα χρώματα κεντά η γύρη ανθούς επάνω σε πράσινους βλαστούς και οι καρποί δένουν κουκούτσι και το ντύνουν χυμούς





dream spring

13 04 2011
flower escapes

“flower escapes” phot@rt by Aeglie

Dream life’s spring by creating inside your mind any blossoming picture you can imagine; and then, when time comes, spring will bring to blooming every gift.

greek version





end of death

4 03 2011
end of death

“water brings forth light” phot@rt by Aeglie

The end of fear comes to meet people climbing up the summits of times, darkness is broken through; memory shapes into flesh everything ever born. New bodies: made from the clay of heavens.

greek version





nine eleven

28 02 2011
"sad dream" dr@wing by Aeglie

“sad dream” dr@wing by Aeglie

Νυστάζει απελπισμένα. «Νάνι,» λέει. Και πάλι αντιστέκεται. Έτσι κάνουν τα παιδιά. Δεν πάνε για ύπνο όταν οι μεγάλοι είναι στο σαλόνι και η ζωή συνεχίζεται – δεν αφήνουν το παιχνίδι.

Νυστάζει απελπισμένα. «Νάνι,» λέει. Και πάλι αρνείται. Όλα γύρω είναι ήσυχα. Τα φώτα έχουν χαμηλώσει. Τα μωρά κοιμούνται. Οι γονείς ενοχλούνται: «μαμά, μαμά, μαμά, μαμά, μαμά.»
«Σε λέει μαμά;»
Όχι, δε με λέει μαμά. Δε φωνάζουμε έτσι τη μαμά μας. Λέει ότι θέλει τη μαμά της. Λέει ότι δικαιούται μια μαμά κι εκείνη. Λέει ότι θέλει μια μαμά δική της, να μείνει πλάι της όλη νύχτα, να ξυπνά και να τη βλέπει εκεί. Κάθε μωρό έχει μια μαμά στο προσκεφάλι του.
Νυστάζει απελπισμένα. «Εκεί, εκεί, εκεί,» μου δείχνει να καθίσω στην καρέκλα πλάι της, όπως κάθονται όλες οι μαμάδες πλάι στα κρεβατάκια των μωρών τους. Κάθομαι. «Εδώ είμαι εγώ, καρδούλα μου, κοιμήσου εσύ. Κλείσε τα ματάκια και κάνε νάνι.»
«Κοίτα, κοίτα,» δείχνει την ομπρέλα μου ανοιχτή στην άκρη. Την κλείνω για να την καθησυχάσω, να την ξεγελάσω. Να διώξει απ’ το νου της τη σκέψη ότι θα μείνει μόνη της σε λίγο, για λίγο, ως να την πάρει ο ύπνος. Γυρίζω κοντά της και σηκώνεται, «αγκαλιά,» λέει και πηδά επάνω μου. «Κοίτα, κοίτα,» μου δείχνει ένα παιχνίδι στην προσπάθειά της να με απασχολήσει με κάτι για να μείνω περισσότερο.
Κοίτα κοίτα μοιάζει ο κόσμος μια σταλιά
Κοίτα κοίτα κοίτα τον από ψηλά
Κοίτα κοίτα μια γαλάζια πινελιά
Κοίτα κοίτα ανθισμένη πρασινάδα
Κοίτα κοίτα ξαπλωμένη στη λιακάδα
Μπαίνει η νοσηλεύτρια: «εσείς, τι ώρα είστε;» «εννέα έντεκα» «είναι εντεκάμιση» «θα την κοιμίσω»
Κοίτα κοίτα νάνι κι όνειρα γλυκά
Κοίτα νάνι νάνι μες στην αγκαλιά
Νάνι νάνι νάνι θα ‘ρθει η γιατρειά
Νάνι νάνι πληγωμένη μαντινάδα
Νάνι κάνει η μικρή μου αχιβάδα
Και μου κρύβει θησαυρό μες στην καρδιά
Την ακουμπάω πάλι στο κρεβατάκι της, μισανοίγει τα μάτια. «Κοιμήσου, βασίλισσά μου, εδώ είμαι εγώ.» Χαμογελάει. Στη βασίλισσα και στη θάλασσα και στη μέλισσα. Φαίνεται, αυτό το διπλό σίγμα ακούγεται αστείο απ’ το στόμα μου. Γυρίζει πλευρό, τη σκεπάζω, προσπαθεί ν’ ανοίξει τα μάτια. «Κοιμήσου, πριγκίπισσά μου, εδώ είμαι εγώ.» Χαμογελάει. Ακουμπώ μαλακά το χέρι μου στο μικρό κουρασμένο της κεφάλι και χαϊδεύω τα μαλλιά της. Παραδίνεται στον ύπνο της.
Σκέφτομαι ότι δεν την έχω δει να γελά στ’ αλήθεια, να γελά από χαρά. Γελάει στο παιχνίδι – ένα γέλιο διακοπτόμενο, φοβισμένο. Ένα γέλιο νευρικό. Και είναι μόνο δυο χρονών.
Απομακρύνω πολύ αργά το χέρι μου από τα μαλλιά της. Το κρατάω λίγο πάνω στο μαξιλάρι. Έχει κοιμηθεί. Παίρνω σιγά το χέρι μου μακριά. Σηκώνω – αργά, πολύ αργά, σιγά να μην τρίξει – το κάγκελο του μικρού κρεβατιού. Το ακούει. Δεν μπορεί να ξυπνήσει. Μόνο τα χείλη της σχηματίζονται στην καμπύλη της θλίψης.
Ξέρει. Ξέρει ότι φεύγω. Ξέρει ότι θα ξυπνήσει και θα βρει το πλαστικό της ποτήρι γεμάτο νερό στο τραπεζάκι πλάι και θα μπορεί, αν διψά, να το φτάσει – αλλά θα είναι μόνη της.
Η ομπρέλα μου έχει στεγνώσει. Τα μάτια μου είναι νοτισμένα. Δε βρέχει πολύ. Κρατώ την ομπρέλα κλειστή. Ανάβω τσιγάρο. Κατηφορίζω προς τη λεωφόρο. Κυλά ένα δάκρυ. Το ψιλοβρόχι με βοηθά να δώσω έξοδο στον πόνο που κρατάω μέσα μου.
Με όλα όσα καταπιάνομαι τα καταφέρνω καλά – ή, έτσι νομίζω. Όσα εξαρτώνται από μένα, τουλάχιστον. Και μια αίσθηση ικανοποίησης και κάποιας έπαρσης, θα μπορούσα να πω, συχνά με διακατέχει.
Η ανεπάρκεια είναι κάτι καινούργιο εντός μου. Η αίσθηση της με βασανίζει από τότε που άρχισα τον εθελοντισμό. Τι μπορώ να κάνω, στ’ αλήθεια; Τι, πραγματικά, κάνω; Ανακουφίζω τον πόνο των παιδιών ή, μήπως, προσθέτω στις πληγές τους;
Στον πολιτισμένο κόσμο που γεννήθηκα και διάγω τον πολύτιμο βίο μου, τα ιδρύματα δε χωρούν, τα αδέσποτα πληθαίνουν. Πολλοί είναι οι άνθρωποι που προσφέρουν εθελοντικά χρόνο και εργασία. Πάντα περισσότεροι εκείνοι που χρειάζονται βοήθεια: γέροντες, παιδιά, ζώα. Πολλοί είναι οι εθελοντές. Δεν επαρκούν. Οι ανάγκες – παράξενο – στον πολιτισμό, στον αναπτυγμένο μας κόσμο, είναι πάντα περισσότερες, πάντα μεγαλύτερες. Πάντα οι ανάγκες περισσεύουν. Παράξενες ανάγκες περισσεύουν στο σύγχρονο κόσμο: εγκατάλειψη, εκμετάλλευση, κακοποίηση.
Βγαίνω στη λεωφόρο. Τα μπαράκια γεμάτα στις αυλές – καπνιστές περισσεύουν.
Θυμάμαι, όταν πρωταντίκρισα τον Αλέξανδρο, αίφνης ένιωσα ακατανίκητη την ανάγκη να κάνω κάτι χειροπιαστό – η ποίηση δεν αρκεί – για να βοηθήσω ν’ αλλάξει αυτός ο κόσμος στον οποίο μεγαλώνει.
Θυμάμαι, στο κέντρο της πόλης ένα απόγευμα, ένας άντρας έλεγε αυστηρά σε άπταιστα ελληνικά σε μια αλλοδαπή γυναίκα: «να έρθεις στις δέκα, χωρίς το παιδί – το παιδί δεν το θέλω.»
Θυμάμαι, πρώτη μέρα στον εθελοντισμό, όταν, για πρώτη φορά, άκουσα εκείνο το τραγούδι στη διαδρομή: I see you’ve found my underground / So help yourself to guns and ammo / Nothing here has ever seen the light of day / I leave it in my head / It’s the first day of the rest of your life / You’ll remember me, for the rest of your life / It’s the first day of the rest of your life
The very first day. Βαδίζω τη λεωφόρο. Δεν το θέλω το παιδί. Μπαράκια γεμάτα στις αυλές. Nothing has seen the light of day. Καπνίζω τσιγάρο. Κοιμάται η μικρή μου αχιβάδα; Βγαίνω απ’ τη λεωφόρο. I’ll remember you. Ανηφορίζω προς το σπίτι. For the rest of my life.