η ώρα της επιστροφής εσπερινή και το φως λιγοστεύει με κάθε χιλιόμετρο που φεύγει, καθώς ο δρόμος ανεβαίνει υψόμετρο και τα σύννεφα από τη βροχή βαριά κατεβαίνουν χαμηλά στην πλαγιά – νομίζεις θ’ απλώσεις το χέρι σου και θα φτάσει ν’ αγγίξει την υγρή τους ύφανση, νομίζεις θ’ ανοίξουν τα δάχτυλά σου διόδους μες απ’ την πυκνή τους πλέξη – γιατί ο Απρίλιος τράβηξε τις βροχές που ο Μάρτιος δεν τόλμησε να ελευθερώσει και ξεδιψά τώρα τ’ ανθισμένα του γόνιμα χώματα, σε όλα τα χρώματα κεντά η γύρη ανθούς επάνω σε πράσινους βλαστούς και οι καρποί δένουν κουκούτσι και το ντύνουν χυμούς
τράβηξε τις βροχές
21 04 2011Comments : Leave a Comment »
Tags: απρίλης, καρπός, μάρτης
Categories : "clearing skies", "τράβηξε τις βροχές", πεζογραφία, ποίηση, φωτογραφία: Αίγλη, ο θαυμαστός κόσμος του λόγου, phot@rt by Aeglie, photography
dream spring
13 04 2011
“flower escapes” phot@rt by Aeglie
Dream life’s spring by creating inside your mind any blossoming picture you can imagine; and then, when time comes, spring will bring to blooming every gift.
Comments : Leave a Comment »
Tags: dream, gift, spring
Categories : "dream spring", "flower escapes", φωτογραφία: Αίγλη, phot@rt by Aeglie, photography, poetry, the wonder word world
end of death
4 03 2011The end of fear comes to meet people climbing up the summits of times, darkness is broken through; memory shapes into flesh everything ever born. New bodies: made from the clay of heavens.
Comments : Leave a Comment »
Tags: body, clay, heavens
Categories : "end of death", “water brings forth light”, φωτογραφία: Αίγλη, phot@rt by Aeglie, photography, poetry, singing we create the world, the wonder word world
nine eleven
28 02 2011Νυστάζει απελπισμένα. «Νάνι,» λέει. Και πάλι αντιστέκεται. Έτσι κάνουν τα παιδιά. Δεν πάνε για ύπνο όταν οι μεγάλοι είναι στο σαλόνι και η ζωή συνεχίζεται – δεν αφήνουν το παιχνίδι.
Νυστάζει απελπισμένα. «Νάνι,» λέει. Και πάλι αρνείται. Όλα γύρω είναι ήσυχα. Τα φώτα έχουν χαμηλώσει. Τα μωρά κοιμούνται. Οι γονείς ενοχλούνται: «μαμά, μαμά, μαμά, μαμά, μαμά.»
«Σε λέει μαμά;»
Όχι, δε με λέει μαμά. Δε φωνάζουμε έτσι τη μαμά μας. Λέει ότι θέλει τη μαμά της. Λέει ότι δικαιούται μια μαμά κι εκείνη. Λέει ότι θέλει μια μαμά δική της, να μείνει πλάι της όλη νύχτα, να ξυπνά και να τη βλέπει εκεί. Κάθε μωρό έχει μια μαμά στο προσκεφάλι του.
Νυστάζει απελπισμένα. «Εκεί, εκεί, εκεί,» μου δείχνει να καθίσω στην καρέκλα πλάι της, όπως κάθονται όλες οι μαμάδες πλάι στα κρεβατάκια των μωρών τους. Κάθομαι. «Εδώ είμαι εγώ, καρδούλα μου, κοιμήσου εσύ. Κλείσε τα ματάκια και κάνε νάνι.»
«Κοίτα, κοίτα,» δείχνει την ομπρέλα μου ανοιχτή στην άκρη. Την κλείνω για να την καθησυχάσω, να την ξεγελάσω. Να διώξει απ’ το νου της τη σκέψη ότι θα μείνει μόνη της σε λίγο, για λίγο, ως να την πάρει ο ύπνος. Γυρίζω κοντά της και σηκώνεται, «αγκαλιά,» λέει και πηδά επάνω μου. «Κοίτα, κοίτα,» μου δείχνει ένα παιχνίδι στην προσπάθειά της να με απασχολήσει με κάτι για να μείνω περισσότερο.
Κοίτα κοίτα μοιάζει ο κόσμος μια σταλιά
Κοίτα κοίτα κοίτα τον από ψηλά
Κοίτα κοίτα μια γαλάζια πινελιά
Κοίτα κοίτα ανθισμένη πρασινάδα
Κοίτα κοίτα ξαπλωμένη στη λιακάδα
Μπαίνει η νοσηλεύτρια: «εσείς, τι ώρα είστε;» «εννέα έντεκα» «είναι εντεκάμιση» «θα την κοιμίσω»
Κοίτα κοίτα νάνι κι όνειρα γλυκά
Κοίτα νάνι νάνι μες στην αγκαλιά
Νάνι νάνι νάνι θα ‘ρθει η γιατρειά
Νάνι νάνι πληγωμένη μαντινάδα
Νάνι κάνει η μικρή μου αχιβάδα
Και μου κρύβει θησαυρό μες στην καρδιά
Την ακουμπάω πάλι στο κρεβατάκι της, μισανοίγει τα μάτια. «Κοιμήσου, βασίλισσά μου, εδώ είμαι εγώ.» Χαμογελάει. Στη βασίλισσα και στη θάλασσα και στη μέλισσα. Φαίνεται, αυτό το διπλό σίγμα ακούγεται αστείο απ’ το στόμα μου. Γυρίζει πλευρό, τη σκεπάζω, προσπαθεί ν’ ανοίξει τα μάτια. «Κοιμήσου, πριγκίπισσά μου, εδώ είμαι εγώ.» Χαμογελάει. Ακουμπώ μαλακά το χέρι μου στο μικρό κουρασμένο της κεφάλι και χαϊδεύω τα μαλλιά της. Παραδίνεται στον ύπνο της.
Σκέφτομαι ότι δεν την έχω δει να γελά στ’ αλήθεια, να γελά από χαρά. Γελάει στο παιχνίδι – ένα γέλιο διακοπτόμενο, φοβισμένο. Ένα γέλιο νευρικό. Και είναι μόνο δυο χρονών.
Απομακρύνω πολύ αργά το χέρι μου από τα μαλλιά της. Το κρατάω λίγο πάνω στο μαξιλάρι. Έχει κοιμηθεί. Παίρνω σιγά το χέρι μου μακριά. Σηκώνω – αργά, πολύ αργά, σιγά να μην τρίξει – το κάγκελο του μικρού κρεβατιού. Το ακούει. Δεν μπορεί να ξυπνήσει. Μόνο τα χείλη της σχηματίζονται στην καμπύλη της θλίψης.
Ξέρει. Ξέρει ότι φεύγω. Ξέρει ότι θα ξυπνήσει και θα βρει το πλαστικό της ποτήρι γεμάτο νερό στο τραπεζάκι πλάι και θα μπορεί, αν διψά, να το φτάσει – αλλά θα είναι μόνη της.
Η ομπρέλα μου έχει στεγνώσει. Τα μάτια μου είναι νοτισμένα. Δε βρέχει πολύ. Κρατώ την ομπρέλα κλειστή. Ανάβω τσιγάρο. Κατηφορίζω προς τη λεωφόρο. Κυλά ένα δάκρυ. Το ψιλοβρόχι με βοηθά να δώσω έξοδο στον πόνο που κρατάω μέσα μου.
Με όλα όσα καταπιάνομαι τα καταφέρνω καλά – ή, έτσι νομίζω. Όσα εξαρτώνται από μένα, τουλάχιστον. Και μια αίσθηση ικανοποίησης και κάποιας έπαρσης, θα μπορούσα να πω, συχνά με διακατέχει.
Η ανεπάρκεια είναι κάτι καινούργιο εντός μου. Η αίσθηση της με βασανίζει από τότε που άρχισα τον εθελοντισμό. Τι μπορώ να κάνω, στ’ αλήθεια; Τι, πραγματικά, κάνω; Ανακουφίζω τον πόνο των παιδιών ή, μήπως, προσθέτω στις πληγές τους;
Στον πολιτισμένο κόσμο που γεννήθηκα και διάγω τον πολύτιμο βίο μου, τα ιδρύματα δε χωρούν, τα αδέσποτα πληθαίνουν. Πολλοί είναι οι άνθρωποι που προσφέρουν εθελοντικά χρόνο και εργασία. Πάντα περισσότεροι εκείνοι που χρειάζονται βοήθεια: γέροντες, παιδιά, ζώα. Πολλοί είναι οι εθελοντές. Δεν επαρκούν. Οι ανάγκες – παράξενο – στον πολιτισμό, στον αναπτυγμένο μας κόσμο, είναι πάντα περισσότερες, πάντα μεγαλύτερες. Πάντα οι ανάγκες περισσεύουν. Παράξενες ανάγκες περισσεύουν στο σύγχρονο κόσμο: εγκατάλειψη, εκμετάλλευση, κακοποίηση.
Βγαίνω στη λεωφόρο. Τα μπαράκια γεμάτα στις αυλές – καπνιστές περισσεύουν.
Θυμάμαι, όταν πρωταντίκρισα τον Αλέξανδρο, αίφνης ένιωσα ακατανίκητη την ανάγκη να κάνω κάτι χειροπιαστό – η ποίηση δεν αρκεί – για να βοηθήσω ν’ αλλάξει αυτός ο κόσμος στον οποίο μεγαλώνει.
Θυμάμαι, στο κέντρο της πόλης ένα απόγευμα, ένας άντρας έλεγε αυστηρά σε άπταιστα ελληνικά σε μια αλλοδαπή γυναίκα: «να έρθεις στις δέκα, χωρίς το παιδί – το παιδί δεν το θέλω.»
Θυμάμαι, πρώτη μέρα στον εθελοντισμό, όταν, για πρώτη φορά, άκουσα εκείνο το τραγούδι στη διαδρομή: I see you’ve found my underground / So help yourself to guns and ammo / Nothing here has ever seen the light of day / I leave it in my head / It’s the first day of the rest of your life / You’ll remember me, for the rest of your life / It’s the first day of the rest of your life
The very first day. Βαδίζω τη λεωφόρο. Δεν το θέλω το παιδί. Μπαράκια γεμάτα στις αυλές. Nothing has seen the light of day. Καπνίζω τσιγάρο. Κοιμάται η μικρή μου αχιβάδα; Βγαίνω απ’ τη λεωφόρο. I’ll remember you. Ανηφορίζω προς το σπίτι. For the rest of my life.
Comments : 17 Comments »
Tags: παιδί, αχιβάδα, ομπρέλα
Categories : "το χαμόγελο του παιδιού", "nine eleven", "sad dream", drawing by Aeglie, πεζογραφία, τραγούδι, επίκαιρα, εθελοντισμός, ημερολόγιο, ιχνογραφία: Αίγλη, μικρή ιστορία, ο θαυμαστός κόσμος του λόγου
the woman who talked to fear
7 02 2011
“blooming on the rocks” phot@rt by Aeglie
«A vagrant, that’s what it is; a beggar,» the woman who talked to fear said calmly.
I have met her that very morning at the school gate. “Keep your mind free from fear,” she said to her kids and she smiled at my surprised look. She introduced herself to me and she invited me to her place on the afternoon.
«It comes on the threshold of the mind and it begs for its coin: our subjugation.
«It comes covered into advising recipes. “Watch it!” is the phrase consisting in its fundamental, misleading ingredient.
«It comes, a small and faint thing, just a little shadow; it’s fed on agony, worry, exertion, pain, travail. It weights, day by day, it thickens, expands and spreads; it conquers.»
She poured out fresh lemonade to glasses.
«I have had it in for a long time. It had settled into my rooms. My loved place had been withered under its darkness.
«And then, there came a morning, when I resolved on quitting trouble. It went hungry that day long. Next morning, my mind was clear. I had still had it in, though. Before it goes back to nothingness from where it came, it tried to move me to pity. But, as I had resolutely quit misery, it couldn’t persuade me to feel sorry for it. Instead, it moved me to curiosity. Or, maybe, what I only wished was to listen to a good story – just for fun.»
She brought a bowl from the kitchen and she filled it with apricots from a tree of her garden laden with golden, thick, and juicy fruit.
«It does not exist. This is the truth of it: it doesn’t exist. It admitted this to me. It’s a delusion. A delusion made by an ancient error, grown into some ancient dark gap, back in the very beginning of the world; and it sips life. This life it sips is of no use of it; it doesn’t belong to it. It couldn’t have its own life, either; since it isn’t created. In order to keep itself busy and feel somehow useful, these are its own words, it disuses creatures’ life. Humanity lives a life of imperfection and malady because people feed the delusion of fear.»
She reached up to the blossomed apple tree, it have had us under its cool shade, and said, “you, my dear, do know what I’d love to have right now.” After a few fractions of a second a red, plump apple was in her handful.
«It only takes to let it go hungry,» she winded up; and she bit the crisp fruit.
Comments : 2 Comments »
Tags: apricot, free, fruit
Categories : "blooming on the rocks", "the woman who talked to fear", fairy tale, φωτογραφία: Αίγλη, philosophy, phot@rt by Aeglie, photography, prose, short story, singing we create the world, the wonder word world
η γυναίκα που μιλούσε με το φόβο
7 02 2011
«Ένας πλάνης, αυτό είναι, ένας ζητιάνος,» έλεγε ήσυχα η γυναίκα που μιλούσε με το φόβο.
Την είχα συναντήσει το πρωί στην πόρτα του σχολείου. “Το νου σας μακριά από φόβο,” είπε στα παιδιά της και χαμογέλασε στην έκπληκτη όψη μου. Συστήθηκε και με προσκάλεσε σπίτι της το απόγευμα.
«Έρχεται στο κατώφλι του νου και ζητιανεύει τον οβολό του: την υποταγή μας.
«Έρχεται κρυμμένος μέσα σε παραινετικές συνταγές. “Πρόσεχε!” είναι η λέξη που αποτελεί το θεμελιώδες, παραπλανητικό συστατικό του.
«Έρχεται, μικρούλης κι ασθενικός, μια τόση δα σκιά – και θρέφεται με την αγωνία, την έγνοια, τον κόπο, τον πόνο, το μόχθο. Μέρα τη μέρα αυξάνει και διογκώνεται, επεκτείνεται κι εξαπλώνεται, καταλαμβάνει.»
Γέμισε τα ποτήρια δροσερή λεμονάδα.
«Τον φιλοξένησα πολύ καιρό. Είχε εγκατασταθεί για τα καλά στους χώρους μου. Ο αγαπημένος μου τόπος μαραινόταν μες στη σκοτεινιά του.
«Αίφνης, ένα πρωί, αποφάσισα να παραιτηθώ από τις σκοτούρες. Έμεινε νηστικός όλη τη μέρα. Το άλλο πρωί, ο νους μου είχε ξαστερώσει. Ωστόσο, τον φιλοξενούσα ακόμα. Πριν επιστρέψει στην ανυπαρξία, απ’ όπου είχε έρθει, προσπάθησε να παρακινήσει τον οίκτο μου. Μα είχα αποφασιστικά παραιτηθεί από τα βάσανα και δεν τα κατάφερε να με πείσει να τον λυπηθώ. Κίνησε, όμως, την περιέργειά μου. Ή, ίσως, ήθελα μόνο ν’ ακούσω μια καλή ιστορία – έτσι, για διασκέδαση.»
Έφερε ένα μπολ από την κουζίνα και το γέμισε βερύκοκα, από ένα δέντρο στην αυλή της φορτωμένο με χρυσαφένια, παχουλά, ζουμερά φρούτα.
«Δεν υπάρχει. Αυτή είναι η αλήθεια του: δεν υπάρχει. Μου το ομολόγησε ο ίδιος. Είναι μία πλάνη. Μια πλάνη που προκλήθηκε από ένα αρχαίο λάθος, αναπτύχθηκε μέσα σε κάποιο αρχαίο σκοτεινό κενό, πολύ παλιά, στην αρχή του κόσμου – και ρουφάει ζωή. Η ζωή αυτή του είναι άχρηστη, αφού δεν είναι δική του. Ούτε μπορεί να έχει δική του ζωή, αφού δεν έχει δημιουργηθεί. Για να διατηρείται απασχολημένος και να νιώθει χρήσιμος, είναι τα δικά του λόγια, αχρηστεύει τη ζωή των όντων. Η ανθρωπότητα διάγει το βίο της μέσα στην ατέλεια και την ασθένεια, γιατί οι άνθρωποι θρέφουν την πλάνη του φόβου.»
Άπλωσε το χέρι της στην ανθισμένη μηλιά, που μας φιλοξενούσε στη δροσιά της – και είπε, “εσύ, αγαπητή μου, σίγουρα ξέρεις τι θα ‘θελα τώρα πιο πολύ.” Σε λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου ένα κόκκινο, στρογγυλό, λαμπερό μήλο γέμισε τη χούφτα της.
«Αρκεί να τον αφήσεις νηστικό,» κατέληξε – και δάγκωσε το τραγανό φρούτο.
Comments : 4 Comments »
Tags: αυλή, βερύκοκο, κατώφλι
Categories : "and now listen to the blue sea", "η γυναίκα που μιλούσε με το φόβο", παραμύθι, πεζογραφία, φιλοσοφία, μικρή ιστορία, ο θαυμαστός κόσμος του λόγου, phot@rt by Aeglie, photography
dust
27 01 2011a child’s lost in the desert
it’s so dusty in the desert
the child grew fond of the dust
dust flew into his eyes
and has taught him tears
so that he could now cry
and he washes his heart once in a while
Comments : Leave a Comment »
Tags: child, desert, eyes
Categories : "dust", poetry, the wonder word world
imperfect agony
24 01 2011Countryside keeps quieting, covered in morning’s peace, hidden under a thin blanket of rime
But a robin’s sounded around and a small swarm of bees gathering earlier blooming flowers cheated by warm winter
Butterflies also sing, and the motionless leaves of small orange trees as well; human hearing, though, appears to be imperfect
Small trees heavy laden with orange fruit patiently await to meet me
I escape into the city, hoping to waste my agony; I waste myself instead
At the edge of the road, on the afternoon, I recall I have left behind small orange trees to grow up all alone
Comments : Leave a Comment »
Tags: flower, fruit, peace
Categories : "imperfect agony", poetry, short story, singing we create the world, the wonder word world
your eyes’ light on
13 01 2011
“blue night” phot@rt by Aeglie
See the night:
how it’s growing denser all around!
It surrounds us with close wet woven nets;
it hides the way.
You don’t even have the right of spending energy – hard times.
You’re forced to drive with your low beams
– on slow speed, as well –
since the road’s hidden deep into the heavy rain of dark forecasts.
And, there comes a moment, when you can see the light of your eyes.
You shed it on ahead with all of your heart;
you break the weft of fear.
With your new sight now, you speed up as you will.
The companion says “slow down, I cannot see my step.”
“Shed your eyes’ light over ahead,” you encourage him.
And, as long as he seeks it inside him, you describe the magic of a night ride;
and, you promise, you go straight ahead beyond dawn,
together._
Comments : 2 Comments »
Tags: beyond, light, will
Categories : "blue night", "your eyes' light on", φωτογραφία: Αίγλη, philosophy, phot@rt by Aeglie, photography, poetry, singing we create the world, the wonder word world
το φως των ματιών σου
3 01 2011Κοίτα η νύχτα πώς πυκνώνει γύρω
Τυλίγει υγρά δίχτυα πιο κοντά όλο και πιο κοντά μας
Κρύβει την πορεία
Ούτε έχεις δικαίωμα – σε τέτοιους καιρούς – να ξοδέψεις ενέργεια
Υποχρεώνεσαι να οδηγείς με χαμηλά φώτα
Χαμηλές ταχύτητες, επίσης
Αφού ο δρόμος είναι κρυμμένος μέσα στη βροχή των ζοφερών προγνώσεων
Και τότε ανακαλύπτεις το φως των ματιών σου
Το ρίχνεις μπροστά με όλη τη δύναμη της καρδιάς σου
Διαρρηγνύεις το υφάδι του φόβου
Με καινούργια ματιά, αναπτύσσεις τη δική σου ταχύτητα
Ο συνοδοιπόρος λέει ‘πιο σιγά, δε βλέπω’
‘Ρίξε εμπρός το φως των ματιών σου’ τον προτρέπεις
Κι ως να το βρει εντός του, περιγράφεις τη μαγεία της νυχτερινής διαδρομής
Και υπόσχεσαι ότι θα βγείτε κατευθείαν στην αυγή
Μαζί
Comments : 12 Comments »
Tags: βροχή, δύναμη, διαδρομή
Categories : "το φως των ματιών σου", "together", πεζογραφία, ποίηση, φωτογραφία: Αίγλη, φιλοσοφία, ο θαυμαστός κόσμος του λόγου, phot@rt by Aeglie, photography





















kind of dialogue