
Έχουν περάσει πέντε δεκαετίες. Χτες ανέβηκα ξανά την ανηφοριά προς το σχολείο μου και λαχάνιασα. Λιγότερο από την ανηφόρα, περισσότερο από τη συγκίνηση. Πήγα να προσφέρω το παραμύθι μου στη σχολική βιβλιοθήκη. Στη βιβλιοθήκη που με ανέθρεψε.
Μπήκα στην αυλή και η ματιά μου άνοιξε στο πλουσιοπάροχο φως και την απλόχερη θέα, όπως θυμόμουν από παιδί, ενώ στ’ αυτιά μου βούιζαν οι φωνές των μαθητών. Οι σημερινοί μαθητές έπαιζαν στην αυλή και, ανάμεσά τους, έβλεπα κι άκουγα εμένα. Με έβλεπα να τρέχω, να γελάω, να ονειρεύομαι. Ένιωθα ξανά εκείνα τα συναισθήματα, που μόνο η παιδική ηλικία ξέρει να χαρίζει με τόση καθαρότητα.
Επιστρέφοντας στο σχολείο μου, επέστρεψα για λίγο στο παιδί που ήμουν. Και επιστρέφοντας με ένα δικό μου βιβλίο στα χέρια, θυμήθηκα όλα εκείνα τα βιβλία που κάποτε δανειζόμουν από τα ράφια της βιβλιοθήκης. Τα διάβαζα λαίμαργα, συχνά κρυφά από τη μητέρα, που πίστευε ότι τα παιδιά πρέπει να διαβάζουν μόνο για να πουν το μάθημά τους την επόμενη μέρα.
Θυμήθηκα κι ένα ξεχωριστό Σαββατοκύριακο. Είχα χωθεί στις σελίδες του βιβλίου “Νούμερο 31328” του Ηλία Βενέζη και δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου. Τη Δευτέρα ξύπνησα με πυρετό. Οι ιστορίες, που διάβαζα, ασκούσαν πάντοτε επάνω μου καταλυτική επίδραση.
Τότε, ωστόσο, δεν είχα φανταστεί ότι μια μέρα θα έγραφα τα δικά μου βιβλία. Ούτε, φυσικά, ότι θα επέστρεφα ύστερα από πενήντα χρόνια για να αφήσω ένα από αυτά στα ράφια της βιβλιοθήκης που μου άνοιξε τον δρόμο. Σκεφτόμουν, κατηφορίζοντας, στην επιστροφή προς το πατρικό μου σπίτι, ότι η ζωή ξέρει να διαγράφει τις πιο όμορφες τροχιές. Και ότι, ίσως, ένα παιδί που αγαπά τα βιβλία δεν φεύγει ποτέ πραγματικά από το σχολείο του.


















Leave a Reply