The Snow Man, by Wallace Stevens

9 12 2009

ο χιονάνθρωπος

Πρέπει να ξέρει κανείς από χειμώνα
Για ν’ ατενίσει την παγωνιά και τα κλαδιά
του πεύκου σκεπασμένα με χιόνι.

Και να ‘χει ζήσει στα κρύα για καιρό
Για ν’ αντικρίσει τους κέδρους τυλιγμένους στον πάγο,
Τα ερυθροέλατα ν’ αστράφτουν άγρια από μακριά

στον ήλιο του Γενάρη. Κι όχι να
δυστυχεί στον ήχο του ανέμου,
Στον ήχο των λίγων φύλλων,

Που είναι ο ήχος της γης
Γεμάτης απ’ τον ίδιο άνεμο
Που φυσά στον ίδιο γυμνό τόπο

Γιατί ο ακροατής, που ακούει στο χιόνι
Και είναι τίποτα ο ίδιος, αντικρίζει
Το τίποτα που δεν είναι εκεί και το τίποτα που είναι.

Wallace Stevens





για το φόβο

6 12 2009

Την ησυχία που έχει εγκατασταθεί στο σπίτι απόψε αναστατώνει ο ήχος του ελικόπτερου. Πάνω απ’ το κέντρο της πόλης κινείται και παρακολουθεί τις εκδηλώσεις και τις διαδηλώσεις για το φόβο των επεισοδίων – για το φόβο. Σαν σήμερα πριν ένα χρόνο ένα παιδί 15 χρονών έπεσε νεκρό στο πλακόστρωτό της κι ένα χέρι που εκείνη είχε οπλίσει έκανε έναν άντρα δολοφόνο.
Η γωνιά του φονικού με παρακινεί συχνά να παρακάμψω την καθημερινή μου διαδρομή και να σταθώ λίγες στιγμές εκεί για να σκεφτώ ότι η μόνη δυνατότητα που έχει εξασκήσει τόσο αποτελεσματικά ο άνθρωπος είναι η αφαίρεση της ζωής του ανθρώπου.

γίνου το φως που είσαι





η παρασκευή του χρόνου στον οποίο ανήκω

4 12 2009

Κατηφορίζω το πρωί την Ιπποκράτους, προχωρώντας προς μια λιακάδα που θέλει ν’ απλωθεί πάνω απ’ το κέντρο της πόλης. Σε κάθε διασταύρωση, δεξιά, ψηλά, ένα κομμάτι ουράνιο τόξο. Πίσω του πάλι μαζεύονται, βαραίνουν, σκοτεινιάζουν σύννεφα. Στην Ακαδημίας με λούζει ο ήλιος.
Παρασκευή σήμερα. Η πρώτη Παρασκευή του φθινοπωρινού Δεκεμβρίου. Αύριο το σπίτι έχει την τιμητική του: χειμωνιάτικη καθαριότητα, μάλλινα χαλιά, χριστουγεννιάτικος στολισμός. Κι όμως, μια χαρά νιώθουν γυμνά τα πόδια μου πάνω στα βαμβακερά που είναι τώρα στρωμένα. Κι αύριο θα ‘θελα καλύτερα μια βόλτα πλάι στη θάλασσα. Να βουτήξω γυμνά τα πόδια μου στην ψύχρα της άμμου.
Οι καιροί διακρίνουν ότι είναι καιρός ν’ αλλάξουν. Η φύση δοκιμάζει ένα καινούργιο πρόσωπο. Αλλά ο άνθρωπος είναι εδώ για ν’ ανθίσταται στη ροπή του κόσμου, ν’ αντιστέκεται στη ροή εντός του. Δεν συμπορεύεται. Εμμένει και επιμένει σ’ εκείνα που έμαθε και ξέρει πώς να υπομένει. Οπλίζεται την οργάνωση του χρόνου του και τον επιμελή προγραμματισμό του.
Έχει πλέξει τη φωλιά του την ανθρωπότητα με σίγουρα σκληρό νήμα. Το δίχτυ της τον προστατεύει απ’ τον κίνδυνο να τον γοητεύσει το άγνωστο. Έχει εξασκηθεί με όλους τους τρόπους να αρνείται το καινούργιο. Σπέρνει τον κόσμο αρρώστια και πόλεμο για να δρέψει αμετάβλητες τις κλονισμένες σταθερές. Κοπιάζει και μοχθεί και φοβάται αδιάλειπτα και ξοδεύει την ενέργειά του μάταια – μην τυχόν κι εκτοξευτεί, στο πάθος του.
Κατηφορίζω το πρωί την Ιπποκράτους να πάω στο γραφείο κι αλλόκοτες σκέψεις τρέχουν μες στο νου μου. Για να τις διώξω πριν μ’ εξακοντίσουν και βρεθώ να φτερουγίζω μακριά απ’ τη φωλιά της πραγματικότητας, σκέφτομαι ότι είναι Παρασκευή σήμερα, ότι έχω πάλι μπροστά μου ένα ολόκληρο σαββατοκύριακο – μέσα στο οποίο πολύ λίγος χρόνος θα είναι αληθινά δικός μου, αν βρεθεί κι αυτός: ο χρόνος στον οποίο ανήκω.





λευκός εξώστης

2 12 2009
“tree lights up”phot@rt by Aeglie

Από μακριά η πόλη
ένα βούισμα ανεπαίσθητο
αχνός αχός άλλου κόσμου
κρυμμένη μέσα σε
μια θάλασσα από σύννεφα
Ο δρόμος συνεχίζει
στην άκρη του γκρεμού
με σίγουρο βήμα
διαχωρίζει τα δάση
διασχίζει την πέτρα
Η τελευταία πλαγιά
λευκός εξώστης
κρεμασμένος
με διάφανο δίχτυ
από το στερέωμα
Η κορυφή το κατώφλι
στην ειρήνη του σύννεφου
στη διαύγεια της σκίασης
στο τραγούδι της σιωπής





όμηρη όραση

4 11 2009

 

 

“naked before sky” phot@rt by Aeglie

Σηκώνεις το βλέμμα απ’ την παλιά πληγή και τον αρχαίο θρήνο, που κρατούσαν την όρασή σου όμηρη
Μάτια γυμνά στο φως
Δεμάτια αχτίδες απ’ τους πέρα ήλιους ιππεύουν τους ανέμους κι έρχονται, λούζουν το κορμί σου, ξεϋφαίνουν τα πέπλα: το ‘όχι’ το ‘δεν’ το ‘μη’
Σώματα μπρος στους νόμους
Λόγια διαλαλούν στα πέρατα την ιστορία του κόσμου, τα στοιχεία τραγουδούν την ύλη τους, ονομάζονται τα πλαστά μας όνειρα, βαφτίζονται τα μέλλοντα, να ‘ρθουν
Οι άνθρωποι ενώπιον της βούλησής τους
Άστρα μεσουρανούν στον ύπνο του ανθρώπου και πέφτουν νύχτες στο χαμό τους να φωτίσουν την πλάνη που πληγώνει τη γη: ο άνθρωπος επιμελώς ασκείται στο ενάντιο της επιθυμίας του





έξω ένα φύλλο

2 11 2009

IMG_0853

“inner light” phot@rt by Aeglie

Γυρίζω σελίδα κι ακούω την ησυχία να σχίζεται
Ποιος ξέρει πόση ώρα έχει εγκατασταθεί η σιωπή
Αφήνω το βιβλίο να γλιστρήσει στο χαλί και
ό,τι διάβαζα καταλαγιάζει στο νου μου
Ακούω την αναπνοή μου μόνο και την κρατώ
στιγμούλες κι αφουγκράζομαι
Το σπίτι ανασαίνει ανήσυχα
Τα βιβλία απέναντι ψιθυρίζουν ιστορίες
Διστακτικά μετακινούμαι στη θέση μου και
το μαξιλάρι αναστενάζει
Έξω ένα φύλλο πέφτει, αργά περνά μπρος απ’ τον
δεύτερο όροφο
Κρατώ την ανάσα μου και το ακούω να σέρνει
στο δρόμο
Πνοή ανέμου σφυρίζει
Έξω ένα φύλλο πέφτει – αίφνης φυσά δυνατότερα – με θόρυβο
μες στο μπαλκόνι μου
Και φέρνει βροχή
Σηκώνομαι ν’ ανοίξω στον καιρό
Έξω ένα φύλλο έχει πέσει και ψάχνει τη γη





στην άκρη

25 10 2009

Οδηγώ στον επαρχιακό δρόμο, ανάμεσα στις λυγερές λεύκες με το φρέσκο φύλλωμα. Ο ουρανός ψηλά, μακριά, πέρα απ’ τα χρυσοπράσινα φύλλα αρχίζει να κλείνει αν και το απομεσήμερο είναι ακόμα φωτεινό. Τα σύννεφα, που έπαιζαν, πυκνώνουν σταδιακά, βαραίνουν, συνοφρυώνονται. Ο θόλος έχει κατέβει πια πάνω απ’ τις κορυφές των δέντρων. Το φως αποτραβιέται. Η ώρα μοιάζει εσπερινή. Νιώθω την ακινησία γύρω. Νιώθω ότι πληγώνω την ειρήνη της γης που θέλει ν’ αφοσιωθεί στην προσμονή. Σταματώ στην άκρη το αυτοκίνητο. Απόλυτη ησυχία. Ούτε ο άνεμος δεν κινείται. Όλη η φύση περιμένει. Ακούω το χώμα ν’ ανασαίνει τη δίψα του. Ανοίγουν ουρανοί.





Traveller’s Advisory, by Gary Hyland

20 10 2009

η επίγνωση του ταξιδευτή

Όπου κι αν πας οι άλλοι λείπουν
Νιώθεις το χώρο που αφήνουν
σε κάθε ξένο τοπίο.

Καθησυχάζεις μερικούς με κάρτες.
Οι άλλοι, διαρκώς στο νου σου,
μιλούν σε ανύποπτο χρόνο.

Φεύγεις με ορμή πέρα απ’ τα σύνορα
Δεν τα δείχνει ο παλιός χάρτης
που μελετάς σε κάθε στάση,

το χαρτί μετατρέπεται σε χώρο,
το φως ξεδιαλύνει τις πόλεις,
τους δρόμους, τους φίλους, τις αναμνήσεις.

Που σε φέρνει η ώρα τέτοιαν
ώρα; Τι απόσταση θα διανύσεις
πριν πάρει σχήμα το παρελθόν;

Ούτε κλίμακες, ούτε μύθοι για ερμηνεία
κενές εκφράσεις, άδειοι προορισμοί
στα πρόσωπα που ποθείς.

Ξέρεις πάντα ποιος δεν είναι εκεί
και στρέφεις με προσδοκία
εκεί όπου κάποιος θα έπρεπε να είναι.

Gary Hyland





σήμερα βροχή

17 10 2009

IMG_2014

“sky purple waves” phot@rt by Aeglie

Βρέχει απ’ το πρωί, σιγανά. Κάποτε, μόλις δυνατότερα. Κάθομαι στο μπαλκόνι κι έχει λίγη ψύχρα. Κοιτάζω το σμάρι τις υγρές κλωστές που κατεβαίνουν και σμίγουν κι υφαίνουν το διάφανο, υδάτινο κάλυμμα του δρόμου. Στιγμιαία, βλέπω να ξετυλίγονται χρώματα απ’ το νήμα τ’ ουρανού. Θα μου δείξει η βροχή το αόρατο σώμα της, σήμερα. Αλλ’ αυτό ήταν όλο. Για μια στιγμή. Όχι πάλι. Έτσι, για μια τόση δα στιγμή και είναι αρκετό. Είναι αρκετό για να σου πει ότι, ναι, αυτό που γνωρίζεις υπάρχει κι όταν δεν το βλέπεις. Υπάρχει η αγάπη και βρέχει απ’ τους ουρανούς διάφανη, αόρατη στα ατελή μας μάτια και αιθέρια – και μας λούζει.
Το διπλανό διαμέρισμα συγυρίζεται. Μ’ ενοχλεί. Όχι ο θόρυβος, ο βίαιος θόρυβος, που παρεμβάλει τον κελαρυσμό. Μ’ ενοχλεί γιατί μου θυμίζει ότι έχω κι εγώ δουλειές και τις έχω παραμελήσει. Κοιτάζω μέσα το σπίτι. Τ’ απομεινάρια του πρωινού στο τραπέζι. Πόσο όμορφο είναι το τραπέζι στρωμένο για φαγητό. Και πόσο άσχημο γίνεται σε λίγο, αφού σηκωθούμε χορτασμένοι.
Δυο παιδικές ομπρέλες κυνηγιούνται στο δρόμο. Και μια ενήλικη τρέχει ξοπίσω τους. Στη διασταύρωση, στέκονται οι μικρές, η μεγάλη τις προφταίνει και τις παίρνει απ’ το χέρι.
Η βροχή κάνει διάλειμμα κι εγώ μπαίνω με φούρια κι ενοχές να βάλω τάξη σ’ αυτό το σπίτι που με ξέρει. Η βροχή ξαναπιάνει το κατρακυλητό της. Βιάζομαι να τελειώσω το ξέβγαλμα στο νεροχύτη και να βγω πάλι να καθίσω ήσυχα στο μπαλκόνι, να κρυώνω λίγο, ίσα που να θέλω κάτι στους ώμους, το χέρι σου στους ώμους μου – και να βλέπω και ν’ ακούω να βρέχει.
Τυλίγω τα χέρια μου αγκαλιά μπροστά στο στήθος, τρεμουλιάζω λίγο, κλείνω τα μάτια και ρουφάω τον κελαηδισμό της βροχής. Τώρα πιο δυνατός. Πίσω απ’ το ρυθμικό χτύπημα του νερού, κάτω στο δρόμο, πάνω στις στέγες, στις τέντες, στ’ αυτοκίνητα, μες στις αυλές, κυλάνε λέξεις. Είναι άγνωστοι οι ήχοι τους, αλλά είναι οι γνώριμες, καθημερινές μας λέξεις. Και φράσεις. Ολόκληρες φράσεις. Η βροχή λέει μια ιστορία. Πολλές ιστορίες. Διαδρομές. Ναι, ιστορεί διαδρομές. Αφηγείται τα ταξίδια του νερού. Το νερό, που τώρα βρέχει, λέει η βροχή, έχει ταξιδέψει μέσ’ απ’ όλα τα στοιχεία της φύσης, γιατί όλα διψούν. Και μόλις φτάσει στο τέρμα δε θα σταθεί ούτε γι’ ανάσα, πάλι θα πάρει το δρόμο απ’ την αρχή, γιατί ίσα που θα τα προλάβει να μη μαραθούν.
Έτσι τα λέει η βροχή, όχι ακριβώς, λίγο σαν τραγουδιστά, δεν ξέρω. Δεν ξέρω πώς ξαφνικά ακούω τη φωνή σου, πότε χτύπησε το τηλέφωνο και σηκώθηκα και πήγα και το σήκωσα κι απάντησα.
‘θ’ αργήσεις κι αν θέλω, που τόσο μου αρέσει να οδηγώ στη βροχή, να ‘ρθω να σε πάρω και να πάμε έξω για φαγητό, ναι, εκεί πλάι στη θάλασσα, θα τηλεφωνήσεις για ένα τραπέζι στη σκεπαστή αυλή και το σπίτι θα το συγυρίσουμε αύριο μαζί’
Αφήνω το αυτοκίνητο να κυλήσει αργά έξω κι ακούω την ιστορία της βροχής στην οροφή του. Βγαίνω αργά στο δρόμο. Βγαίνω αργά, στους δρόμους. Μούσκεμα όλα. Έχουν πλυθεί καλά και τώρα λάμπουν. Έρχομαι κοντά σου σήμερα βροχή: νερό και αγάπη.





πατρίδα

6 10 2009

IMG_3934(1)

“build spring” phot@rt by Aeglie

Οι σκιές κοιτάζουν την ανατολή
ενώ ο άνεμος έχει κοπάσει
την ώρα που βρέχεις την αυλή και
λάμπει το πλακόστρωτο
Το χώμα κρυμμένο κάτω απ’ τα φυτά
– γεμάτος ο κήπος σου –
ευωδιάζει,
ανακουφίζει τη δίψα του
Τα πράσινα φύλλα ελαφρύνονται
σαν φεύγει από πάνω τους
η σκόνη του μεσημεριού
Ακούω την ανάσα τους
να χορταίνει εσπερινό φως
Τα άνθη δυναμώνουν το χρώμα τους
κι αιχμαλωτίζουν τη ματιά μας
Στρώνεις το τραπέζι έξω
Τα χελιδόνια γυρίζουν στη φωλιά
κάτω απ’ τη στέγη της βεράντας