A Poet To His Beloved, by William Butler Yeats

17 02 2010

ο ποιητής στην αγαπημένη του

“rain on window” phot@rt by Aeglie

Σου φέρνω με χέρια ευλαβικά
Τα βιβλία των αναρίθμητων ονείρων μου
Χλωμή γυναίκα που το πάθος σε ντύνει
Όπως η παλίρροια ντύνει τις ωχρές αμμούδες
Και με καρδιά αρχαιότερη απ’ το κέρας
Που ξεχειλίζει απ’ τη θαμπή φλόγα του καιρού:
Χλωμή γυναίκα με τ’ αναρίθμητα όνειρα
Σου φέρνω τα παθιασμένα μου λόγια

William Butler Yeats





λευκό πουκάμισο

31 01 2010

Αφήνω τον ήλιο να πάρει τη μέρα δυτικά
και συνεχίζω να οδηγώ νότια
την εσπερινή ώρα
Φέγγει ο ουρανός
Θα ‘ναι το φεγγάρι ολόγιομο, λες
Εδώ είσαι, πλάι μου, φοράς λευκό πουκάμισο
Και, να τη, ξαφνικά, η χλωμή σφαίρα
εκεί που ο δρόμος βλέπει την ανατολή
αντίκρυ μου
Μόλις που έχει σκαρφαλώσει τον ορίζοντα
κι απ’ την αραιή συννεφιά έχει ντυθεί
μια ζώνη ίριδα





κλειστή ομπρέλα

27 01 2010

«Πάρε ομπρέλα, πάρε ομπρέλα» διαλαλεί ένα νεαρό αγόρι
Κόσμους και καιρούς μακριά απ’ τον αγαπημένο του τόπο
Πλησιάζω και τον βλέπω να κοιτάζει τη μικρή ομπρέλα
που κρατώ κλειστή στο χέρι μου
Λέει κάτι παράξενο, κελαρυστό, χαμογελώντας
Δεν ξέρω τις λέξεις που του τραγουδούσε η μητέρα του
Ξέρω ότι και σ’ εκείνον αρέσει να περπατά στη βροχή
στη γλώσσα του





ανείπωτο γλιστρά

6 01 2010

ανειπωτο γλιστρα

“green’s heart” phot@rt by Aeglie

Μόνο να με κρατήσεις μες στα χέρια σου για λίγο
Να ζεσταθώ, ρίγησα απ’ το χειμώνα του κόσμου
Να μου χαϊδέψεις τα μαλλιά, να ησυχάσει η ανάσα
Λαχάνιασα, το κυνήγι του θησαυρού δε γύρεψα

Μόνο μια αγκαλιά κι ένα χάδι, έναν λόγο γλυκό
Και να γυρίσω πάλι σ’ αυτές τις λευκές σελίδες
Πώς με παιδεύουν να γράψω ό,τι θέλουν να πουν
Μπαίνω βαθιά στη σιωπή ν’ ακούσω τα λόγια τους

Κι ανοίγεις ολόκληρος να με χωράς κι αρχίζει
Το αρχαίο τραγούδι των σωμάτων που αγγίζονται
Το σ’ αγαπώ ανείπωτο γλιστρά επάνω στα κορμιά
Η σάρκα αναστενάζει, η ανάσα μυρίζει επιθυμία

Εξαπλώνομαι προς όλες τις κατευθύνσεις γύρω
Επεκτείνομαι – κι εσύ, πλαταίνεις το στέρνο σου
Μακραίνεις τα χέρια σου, με περικλείεις, μέσα
Στην αγκαλιά σου πάντα χωράω όσο διευρύνομαι

Παραδίνομαι, εισπνέω τη μυρωδιά του πόθου σου
Βαθιά εισπνέω, η μυρωδιά του πόθου σου φτάνει
Τα σπλάχνα μου, ανοίγουν οι πύλες, η πόλη που
Είμαι δική σου πάλι, ενώ ο κόσμος έξω φυσάει

Καινούργιες αγωνίες στους παλιούς φόβους





το μυστικό του άγιου βασίλη

31 12 2009

A223B07E-3716-4037-9F25-957FEC57C206

‘’light wings‘’ phot@rt by Aeglie

Αγαπημένε μου Άγιε Βασίλη,
Το είχα αποφασίσει, δε θα σου έγραφα φέτος. Φρόντισα άλλωστε και για όλα τα δώρα των αγαπημένων. Φορτώθηκα τις επιθυμίες τους και τις ευχές. Τις έντυσα σχήματα, χρώματα, αρώματα, φιόγκους κι ασημένια αστεράκια. Σκόρπισα πάνω τους χρυσόσκονη. Και πήρα κουρασμένη το δρόμο για το σπίτι.
Ήταν εκείνη η μαγική δειλινή ώρα καθώς διέσχιζα απόψε την πλατεία. Αριστερά μου, ο ήλιος έφευγε απ’ το θόλο. Δεξιά μου, η σελήνη ερχόταν απ’ τον ίδιο δρόμο. Ο αίθριος ουρανός ολόφωτος, απ’ αυτό το εσπερινό φως που ρίχνει σκιές αλλού κι αλλού διαύγεια.
Και τότε σε είδα. Μια ερυθρόλευκη φουσκωτή φιγούρα, με φορτίο βαρύ, βιαστική πάνω σ’ ένα άρμα. Ένιωσα ξαφνικά τόσο ελαφριά. Για λίγο, πολύ λίγο, αιωρήθηκα, το ξέρω. Αλλά τρόμαξα. Έτσι η βαρύτητα με ακούμπησε πάλι στο πλακόστρωτο. Την άλλη φορά μπορεί και να τα καταφέρω. Ναι, αν δε με προλάβει ο φόβος, σίγουρα.
Γιατί τώρα κατάλαβα. Με άφησες να κατανοήσω το μυστικό σου. Τα δώρα που κουβαλάς στους ώμους σου δεν είναι για σένα. Είναι δώρα που σκοπεύεις να προσφέρεις, να μοιράσεις. Τα δώρα που πρόκειται να μοιραστείς δεν είναι το φορτίο σου, είναι τα φτερά σου.





άστεγος ύπνος

29 12 2009

Βαδίζω απ’ το πάρκο την επιστροφή
Κι ατενίζω απέναντι φωτισμένες
Βιτρίνες γεμάτες χρυσόσκονη
Χάρτινα αστράκια χρωματιστά

Αίφνης, ένας όγκος στα πόδια μου
Ένα πάπλωμα αδέσποτο, κάποιος
Κοιμήθηκε στο απάγκιο του κάδου
Ξεδιπλωμένο όπως το πρωινό κρεβάτι
Ίσως τον τελευταίο άστεγο ύπνο του





νύχτα περισσεύει

27 12 2009

Δεκέμβρης της γιορτής, μόλις
Λίγα λεπτά απ’ τη χειμερινή ισημερία
Έχουν επιμηκυνθεί οι ώρες της ημέρας
Ενώ η νύχτα πάντα εδώ περισσεύει

Οι μέρες χλιαρές, η συννεφιά δίχως
Το παραμικρό σημάδι εκπλήρωσης
Η βροχή συνεχίζει να αναμένεται
Το χώμα, ωστόσο, δεν ανυπομονεί

Χλωμά φύλλα στεγνά, απ’ τα δέντρα
Αργά πέφτουν, αιωρούνται λίγο
Ένα ελαφρύ αεράκι μες στο δάσος
Τάχα να εξαπατήσει τη βαρύτητα

Μια κίτρινη ζώνη φαρδιά, η δύση
Του ήλιου ζωγραφίζει τον ουρανό
Εκεί που ούτε σύννεφα κάλυπταν
Ούτε αίθριος άπλωνε ο τόπος του

Θολώνει το αόρατο κι αν μ’ αγαπάς
Μην κρατάς αιχμάλωτο το βλέμμα μου
Κι οι δυο εμπρός μαζί ας κοιτάξουμε
Να δούμε ό,τι είμαστε ο κόσμος αύριο





η ευχή των χριστουγέννων

25 12 2009
“above and beyond” phot@rt by Aeglie

Αίγλη: Εύχομαι το θείο στοιχείο μέσα μας το κρυμμένο κάτω απ’ τα πέπλα του μόχθου και του φόβου ν’ αφυπνιστεί, να ενεργοποιηθεί και να κάνει παράδεισο τον κόσμο.
Αντιφωνητής: Ο κόσμος παράδεισος δεν πρόκειται να γίνει αλλά μια ευχή δεν κοστίζει και τίποτα.
Αίγλη: Μεγάλη σκλαβιά η άρνηση. Κι αυτή η ευχή κοστίζει. Κοστίζει σ’ ενέργεια και πάθος. Και θρέφει την αναπνοή των ονείρων. Τη ζωή της φαντασίας.
Θέλει ισχυρή προσπάθεια κι επίπονη επιμονή για να διατηρεί ζωντανή στο καλό τη φαντασία ο άνθρωπος και μια μέρα ν’ αλλάξει τον κόσμο σε παράδεισο όπως έχει κάποια λησμονημένη αρχαία στιγμή υποσχεθεί.





ανατολή

21 12 2009

“sky welcomes sun” phot@rt by Aeglie

τα χρώματα που βάφει ο ουρανός ζηλεύει τ’ όνειρό μου





χρωματιστές αγκαλιές

11 12 2009

walton on thames

“colour sky dance” phot@rt by Aeglie

Κοιτάζω την αγάπη. Κυλάει απ’ τα μάτια των παιδιών κι όλα τα τυλίγει μες στο νέφος της. Είναι διάφανη, γεμάτη σκόρπιες αχνές χρωματιστές ζωγραφιές.
Εκείνο το χλωμό παιδί, στην άκρη της αυλής, απλώνει το σύννεφο της αγάπης του πολύ μακριά – πέρα απ’ ό,τι φαίνεται. Κι έτσι καταφέρνει να βλέπει πίσω απ’ τους τοίχους και να μιλάει, μέσα στην καρδιά του στη σιωπή, με άλλα παιδιά και άλλα παιχνίδια που δεν το γνώρισαν ακόμα. Εκείνα ακούν τα λόγια του σαν να ‘ταν οι δικές τους σκέψεις. Και δεν του απαντούν. Γι’ αυτό το χλωμιάζει η μοναξιά.
Ωστόσο, αγαπά πολύ τα χρώματα. Έχει χρωματίσει την αγάπη του με λίγο απ’ το χρώμα του ήλιου. Πολύ λίγο, πολύ απαλό, έτσι δα μόνο να την ξεχωρίζουν εκείνοι που ατενίζουν από μακριά τ’ αόρατα. Και επειδή αγαπά πολύ τα χρώματα. Και διαρκώς τη γεμίζει ζωγραφιστές αγκαλιές απ’ το χρώμα της σελήνης κι απ’ τα χρώματα όλων των άστρων. Ο ήλιος, η σελήνη και τ’ άστρα του δίνουν πάντα γενναιόδωρα από τα χρώματά τους. Μα εκείνο δεν παίρνει πολύ. Αντίθετα, πολύ λίγο. Μόνο όσο του είναι απολύτως απαραίτητο. Όσο χρειάζεται για να ξεχωρίζει τις αγκαλιές που στέλνει σε κάθε τι. Γιατί τα πράγματα και τα πλάσματα ξαφνιάζονται δυσάρεστα με τις αγκαλιές. Και δε θέλει να τα δει να δυσανασχετούν πάλι με μια άγνωστη, αόρατη αγκαλιά – τώρα που μόλις εξοικειώθηκαν με τις δικές του και τις καλοδέχονται.