γαλανό για το ταξίδι

9 07 2010

γαλανο για το ταξιδι

“blooming heart” phot@rt by Aeglie

Αργυρογάλανες δέσμες διαρρηγνύουν το παχύ στρώμα του γκρίζου σύννεφου που έχει εξαπλωθεί απ’ άκρη σ’ άκρη σε όλο το θόλο και χύνουν το φως του ήλιου από τον ουρανό στη γη σαν μέσα από ένα δίχτυ, στη δύση.
Ο δρόμος που οδηγώ βλέπει για λίγο δυτικά και με λούζει αυτή η εικόνα: το διάφανο γαλάζιο καθώς ρέει μπρος απ’ την κουρτίνα της συννεφιάς.
Αυτό το γαλανό, θυμάμαι, υπάρχει πάντα στα όνειρά μου. Ανοίγει το ταξίδι. Και παρακάτω, εκεί που μου φάνηκε σαν να ήταν ο προορισμός, έρχεται πάλι ν’ απλώσει το ταξίδι από κει και πέρα – πάντα πιο πέρα.





ο δρόμος του νερού

28 06 2010

ο γκρίζος δρόμος κυλάει ανάμεσα στις λοφοσειρές, κορμιά από πέτρα ξαπλωμένα απ’ την αρχή του κόσμου επάνω στην κυρτή ράχη της γης, στεφανωμένα με αρχαίους ελαιώνες – τα δέντρα έχουν ορίσει τον καρπό τους αυτή την εποχή του χρόνου – κι ο ουρανός έχει χαμηλώσει, έχει σφίξει τον τόπο μέσα σε μια αγκαλιά βροχή και καταιγίδα κι έχει ανοίξει πάλι στο έδαφος τους παλιούς δρόμους του νερού, οδηγώντας την αιώνια διαδρομή ως τη θάλασσα, ενώ τινάζουν τις χορδές τους οι αστραπές κι οι κεραυνοί χτυπούν τα τύμπανα – να ταξιδεύω πάντα με την ορχήστρα που ξεπλένει τη σκόνη και ξεδιψά τα χώματα





δάκρυ

15 06 2010
cloudy

“sky waves” phot@rt by Aeglie

κεντούν το αθόρυβο διάφανο τραγούδι τους οι σταγόνες της βροχής, πάνω στο υγρό γαλάζιο πάπλωμα που κυματίζει κι έρχεται, όλο έρχεται, καταβρέχοντας το βράχο όπου έφηβη είχα χαράξει τ’ όνομά σου





The Fountainhead, by Ayn Rand

31 05 2010


Τα φύλλα σέρνονταν, τρέμοντας κάτω απ’ τον ήλιο. Δεν ήταν πράσινα, μόνο λίγα, σκόρπια μες στο χείμαρρο, διακριτές σταγόνες ενός πράσινου τόσο φωτεινού και καθάριου που πλήγωνε τα μάτια. Τα υπόλοιπα δεν ήταν χρώμα, ήταν φως, η ύλη της φωτιάς πάνω στο μέταλλο, ζωντανές σπίθες δίχως άκρη. Έμοιαζε λες και το δάσος ήταν μια έκταση από φως που σιγόβραζε για να φτιάξει αυτό το χρώμα, αυτό το πράσινο που αναδυόταν σε μικρές φυσαλίδες, το συμπυκνωμένο απόσταγμα της άνοιξης. Τα δέντρα αντάμωναν γέρνοντας πάνω από το δρόμο και τα φωτεινά σημάδια του ήλιου πάνω στο έδαφος κινούνταν με την κίνηση των κλαδιών, σαν ενσυνείδητο χάδι. Ο νεαρός άντρας ευχόταν να μην πέθαινε.
Όχι αν η γη μπορεί να είναι έτσι, σκέφτηκε. Όχι αν μπορεί ν’ ακούει την ελπίδα και την υπόσχεση σαν φωνή, με φύλλα και κορμούς δέντρων και βράχους αντί για λέξεις. Αλλά ήξερε ότι η γη ήταν έτσι μόνο επειδή δεν είχε δει ίχνος ανθρώπου για ώρες. Ήταν μόνος. Κατηφόριζε με το ποδήλατό του ένα ξεχασμένο μονοπάτι ανάμεσα στους λόφους της Πενσυλβάνια όπου δεν είχε βρεθεί ποτέ πριν και όπου μπορούσε να νιώσει το ζωντανό θαύμα ενός ανέγγιχτου κόσμου.
Ήταν πολύ νέος. Είχε μόλις αποφοιτήσει από το κολέγιο – εκείνη την άνοιξη του έτους 1935 – και ήθελε ν’ αποφασίσει αν η ζωή άξιζε. Δεν ήξερε ότι αυτό αναρωτιόταν. Ούτε σκεφτόταν το θάνατο. Σκεφτόταν μόνο ότι λαχταρούσε να βρει χαρά και λόγο και νόημα για να ζήσει – και τίποτα απ’ αυτά δεν είχε βρει πουθενά.
Δεν του άρεσαν τα πράγματα που είχε μάθει στο κολέγιο. Όλ’ αυτά που είχε διδαχθεί για την κοινωνική ευθύνη, για μια ζωή υπηρεσίας και αυτοθυσίας. Όλοι έλεγαν ότι ήταν όμορφο κι εμπνευστικό. Μα δεν ένιωθε εμπνευσμένος. Δεν ένιωθε τίποτα απολύτως.
Δεν ήξερε τι ήταν αυτό που γύρευε στη ζωή. Το ένιωσε εδώ, σε τούτη την άγρια μοναχικότητα. Μα δεν αντιμετώπιζε τη φύση με τη χαρά του υγιούς ζώου: ως κατάλληλο και τελικό περιβάλλον. Την αντιμετώπιζε με τη χαρά του υγιούς ανθρώπου: ως πρόκληση – ως εργαλείο, μέσο και υλικό. Ώστε ένιωθε θυμό που θα ‘πρεπε να βρίσκει αγαλλίαση μόνο στην ερημιά, που αυτή η εξαίσια αίσθηση της ελπίδας θα χανόταν σαν επέστρεφε στους ανθρώπους και στα έργα τους. Συλλογιζόταν ότι αυτό δεν ήταν το σωστό, ότι το έργο του ανθρώπου θα ‘πρεπε να ‘ναι ένα βήμα ψηλότερα: βελτίωση της φύσης, όχι υποβιβασμός. Δεν του άρεσε να περιφρονεί τους ανθρώπους. Ήθελε να τους αγαπά και να τους θαυμάζει. Αλλά έτρεμε στη θέα του πρώτου σπιτιού, σφαιριστηρίου και κινηματογραφικού πόστερ που θα συναντούσε στο δρόμο του.
Εκείνο που πάντα ήθελε ήταν να γράφει μουσική. Και δεν μπορούσε ν’ αναγνωρίσει διαφορετικά αυτό που αναζητούσε. Για να καταλάβεις πώς είναι, έλεγε στον εαυτό του, αρκεί ν’ ακούσεις τις πρώτες φράσεις από το Πρώτο Κονσέρτο του Τσαϊκόφσκι ή την τελευταία κίνηση από το Δεύτερο του Ραχμάνινοφ. Οι άνθρωποι δεν έχουν βρει τις λέξεις να το περιγράψουν ούτε την πράξη ούτε τη σκέψη, αλλά έχουν βρει τη μουσική. Ας το έβλεπα σε μια απλή ενέργεια του ανθρώπου. Ας το έβλεπα να γίνεται πραγματικότητα. Ας έβλεπα την απάντηση στην υπόσχεση αυτής της μουσικής. Ούτε υπηρέτες ούτε υπηρετούμενοι, ούτε βωμοί και θυσίες – αλλά η τελείωση, η εκπλήρωση, η έξοδος από τον πόνο. Μη με βοηθάτε και μη με υπηρετείτε – αλλά αφήστε με να το δω μια φορά γιατί το έχω ανάγκη. Μην εργάζεστε για την ευτυχία μου, αδελφοί μου, δείξτε μου τη δική σας, δείξτε μου ότι είναι δυνατόν, δείξτε μου ότι τα καταφέρατε – και η γνώση αυτή θα μου δώσει το κουράγιο να τα καταφέρω κι εγώ.
Είδε ένα γαλανό άνοιγμα εμπρός, εκεί που ο δρόμος τελείωνε στο ψηλότερο σημείο της κορυφογραμμής. Έντονο και καθαρό γαλάζιο σαν μια ταινία νερού απλωμένη ανάμεσα σε πράσινα κλαδιά. Παράξενο, σκέφτηκε, να ‘ρθω ως την άκρη για να μη βρω τίποτα παρά το γαλανό πέραν, τίποτα παρά τον ουρανό εμπρός, επάνω και κάτω. Έκλεισε τα μάτια του και συνέχισε, αναβάλλοντας τη σκέψη του εφικτού για την ώρα, παραχωρώντας τον εαυτό του στο όνειρο, να πιστέψει για λίγες στιγμές ότι θα φτάσει στην κορυφή, θ’ ανοίξει τα μάτια του και θα δει το γαλανό ν’ ακτινοβολεί από κάτω.
Το πόδι του άγγιξε το έδαφος, διακόπτοντας την πορεία του. Σταμάτησε και άνοιξε τα μάτια του. Στάθηκε ακίνητος.
Στην ανοιχτή κοιλάδα, πέρα χαμηλά, στο πρώτο φως της μέρας, έβλεπε μια πόλη. Αλλά δεν ήταν πόλη. Οι πόλεις δεν είναι έτσι. Ανέβαλε τη σκέψη του εφικτού πάλι για λίγο, ώστε να μη γυρέψει απαντήσεις κι εξηγήσεις, μόνο να δει.
Μικρά σπίτια κρέμονταν απ’ τις πλαγιές του λόφου μπροστά του ως κάτω τους πρόποδες. Ήξερε ότι οι πλαγιές είχαν μείνει ανέγγιχτες και τίποτα τεχνητό δεν είχε μεταβάλλει τη φυσική ομορφιά του επικλινούς εδάφους. Ωστόσο, κάποια δύναμη γνώριζε πώς να χτίσει σε αυτές τις πλαγιές με τέτοιον τρόπο, ώστε τα σπίτια να είναι φυσική συνέχεια και κανείς να μην μπορεί πια να φανταστεί τους λόφους τόσο όμορφους χωρίς αυτά. Λες κι οι αιώνες κι όλα τα τυχαία γεγονότα που έφτιαξαν αυτές τις πλαγιές με το μόχθο των μεγάλων τυφλών δυνάμεων να περίμεναν την τελική τους έκφραση, να ήταν απλώς ένας δρόμος ως το σκοπό – και ο σκοπός ήταν αυτά τα κτίρια, μέρος των λόφων, σχηματισμένα από τους λόφους, που όμως τους κυρίευαν δίνοντάς τους νόημα.
Τα σπίτια ήταν φτιαγμένα από καθαρή πέτρα – όπως οι βράχοι που προεξείχαν από τις πράσινες λοφοπλαγιές – και από γυαλί. Μεγάλα τζάμια προσκαλούσαν τον ήλιο να ολοκληρώσει την κατασκευή, κάνοντας το φως του ήλιου μέρος της οικοδομής. Τα σπίτια ήταν πολλά, ήταν μικρά, απομακρυσμένα το ένα από το άλλο κι ούτε δυο από αυτά δεν ήταν όμοια. Μα ήταν παραλλαγές ενός θέματος, σαν συμφωνία που παιζόταν από μια ανεξάντλητη φαντασία. Και μπορούσες ακόμα ν’ ακούσεις ανάμεσά τους το γέλιο από τη δύναμη που είχε απελευθερωθεί, μια δύναμη που είχε τρέξει και είχε καλπάσει και είχε προσπαθήσει να ξοδευτεί, αλλά δεν είχε φτάσει την κορύφωσή της. Η μουσική, σκέφτηκε, η υπόσχεση της μουσικής που είχε επικαλεστεί, η αίσθησή της στην πραγματικότητα – να την εδώ μπρος στα μάτια του. Δεν την έβλεπε – την άκουγε σε συγχορδίες – σκεφτόταν ότι υπήρχε μια κοινή γλώσσα ανάμεσα στη σκέψη, τη θέαση και τον ήχο – ήταν τα μαθηματικά; – η πειθαρχία της λογικής – η μουσική ήταν μαθηματικά – και η αρχιτεκτονική ήταν μουσική με την πέτρα – ήξερε ότι ήταν ζαλισμένος γιατί αυτός εδώ ο τόπος εμπρός του δεν μπορούσε να είναι αληθινός.
Έβλεπε δέντρα, πρασιές, δρομάκια ν’ ανηφορίζουν τυλίγοντας τις λοφοπλαγιές, πλακόστρωτα σκαλοπάτια, σιντριβάνια, πισίνες, γήπεδα τένις – κι ούτε ένα σημάδι ζωής. Ο τόπος ήταν ακατοίκητος.
Αυτό δεν τον ξάφνιαζε, όχι όσο τον ξάφνιαζε η θέα. Κατά κάποιον τρόπο, έτσι ήταν το σωστό: αυτό δεν ήταν μέρος του γνωστού κόσμου. Και για την ώρα δεν είχε καμιά λαχτάρα να μάθει τι ήταν.
Αρκετή ώρα αργότερα κοίταξε γύρω του – και τότε είδε ότι δεν ήταν μόνος του. Λίγα βήματα πιο πέρα ένας άντρας καθόταν πάνω σε μια στρογγυλή πέτρα και κοιτούσε κάτω την κοιλάδα. Ο άντρας φαινόταν απορροφημένος από τη θέα και δεν άκουσε ότι τον πλησίαζε. Ήταν ψηλός και αδύνατος με μαλλιά πορτοκαλί.
Το αγόρι κατευθύνθηκε προς τον άντρα κι όταν εκείνος σήκωσε τα μάτια του, μάτια γκρίζα και ήρεμα, ήξερε ότι ένιωθε το ίδιο πράγμα και ότι θα του μιλούσε όπως ποτέ πουθενά αλλού δεν θα μιλούσε σ’ έναν ξένο.
“Δεν είναι αληθινό, έτσι;” ρώτησε δείχνοντας κάτω.
“Ε, ναι, τώρα είναι” απάντησε ο άντρας.
“Και δεν είναι σκηνικό για ταινία ή κάποιο άλλο παρόμοιο κόλπο;”
“Όχι. Είναι καλοκαιρινό θέρετρο. Μόλις ολοκληρώθηκε. Θ’ ανοίξει σε λίγες εβδομάδες.”
“Ποιος το έχτισε;”
“Εγώ.”
“Πώς σε λένε;”
“Χόουαρντ Ρόαρκ”
“Σ’ ευχαριστώ,” είπε το αγόρι. Ήξερε ότι τα στέρεα μάτια που τον κοίταζαν καταλάβαιναν κάθε τι που αυτές οι δυο λέξεις σκέπαζαν. Ο Χόουαρντ Ρόαρκ έκλινε το κεφάλι του σε επιβεβαίωση.
Με το ποδήλατο πλάι του, το αγόρι κατηφόρισε το στενό μονοπάτι απ’ την πλαγιά του λόφου προς την κοιλάδα και τα σπίτια. Ο Ρόαρκ τον κοιτούσε. Δεν τον είχε δει ποτέ πριν ούτε θα τον έβλεπε ξανά. Δεν ήξερε ότι είχε δώσει σε κάποιον το κουράγιο ν’ αντιμετωπίσει τη ζωή.





έναστρη έρχεται

19 05 2010

αρχαία, πυκνά, μεγάλα δέντρα ρίχνουν την εσπερινή σκιά τους στα μονοπάτια του δάσους
ανάμεσα στα φυλλώματα μια έξοδος στα δυτικά τ’ ουρανού με βγάζει στο φως του ήλιου που βασιλεύει κι οδηγεί τη μέρα μακριά πέρα απ’ τον ορίζοντα
ακολουθώ τη νύχτα όπως έρχεται: βαθύ, έναστρο μπλε τυλίγει τον κόσμο: τον θεραπεύει από την έπαρση, τον ξεκουράζει απ’ την υπερβολή, τον θρέφει με το όνειρο





το φαρμάκι του φόβου

10 05 2010

η ηφαιστειακή στάχτη καταλήγει στον ουρανό μας αραιή: κυλάει το θειάφι στα σύννεφα σε μικρό ποσοστό, δεν κινδυνεύει να δηλητηριάσει τις βροχές

η οικονομική κρίση ξεκινά απ’ τη γη μας πηχτή: κυλάει ο φόβος στο αίμα σε μεγάλο ποσοστό, κινδυνεύει να δηλητηριάσει τις καρδιές

η άνοιξη σέρνει σταθερά το πένθος της στο δρόμο για το καλοκαίρι: διευρύνει κάθε μέρα την ημέρα, ζεσταίνει τον καιρό, αφαιρεί τα ρούχα από το σώμα

από σώμα πριν γεννηθεί αφαίρεσαν τη ζωή οι αναθυμιάσεις του όχλου





το γαλάζιο ζάλισε

6 04 2010

“fingers bring forth flowers” phot@rt by Aeglie

Μακριά απογεύματα
Το φως διαρκεί και ζεσταίνει
Βαδίζω ήσυχα βήματα στο γυμνό χώμα
Τα ρουθούνια μου γεύονται χαμομήλι
Ροζ παπαρούνες στην όχθη του δρόμου
Το καινούργιο φόρεμα της λεύκας σέρνει ένα τραγούδι
Ένα μωρό γελά και τρέχει πίσω από μια πεταλούδα – για χάρη της σηκώνεται κάθε που πέφτει και την άλλη φορά θα σηκωθεί και θα πετάξει μαζί της
Ναι, θα πετάξει. Σίγουρα θα πετάξει. Κοιτάζει τώρα το αργυρόλευκο πουλί να ζυγιάζει και ζυγίζει τα φτερά που θα ‘χει όταν μεγαλώσει
Ωχ, το γαλάζιο ζάλισε τα παιδικά του μάτια
Έλα, θα σου πλύνω τα χέρια με νερό από όνειρα





η ζωγραφιά στη σανίδα

15 03 2010
IMG_1032

“water mirror” phot@rt by Aeglie

Έξω, στις όχθες του κόσμου, ζούσαν. Λίγο ψηλότερα απ’ τον ποταμό, που πήγαινε το νερό στην πόλη. Έβλεπαν από μακριά τη θάλασσα ν’ ανυπομονεί για το καλοκαίρι. Τα σπίτια τους κρεμασμένα μες στον αρχαίο ελαιώνα. Παιδιά. Τα δέντρα λύγιζαν τα κλαδιά τους και τ’ ανέβαζαν καθένα στο δικό του. Ξύλινα, ελαφρά, μικρά. Ένα στρώμα, μια κουβέρτα, τετράδια.
Κουρασμένα απ’ το παιχνίδι στο ποτάμι όλη τη μέρα, σκαρφάλωναν τα όνειρά τους το βραδάκι, με χρωματιστά μολύβια στις λευκές σελίδες. Μαζεύονταν να κουρνιάσουν τα πουλιά, με τρελούς κελαηδισμούς. Και πριν ησυχάσουν εκείνα, έπιαναν το τραγούδι τα παιδιά. Σε λίγο και τ’ αστέρια. Όλα τα παιδιά έβλεπαν τ’ αστέρια. Μόνο δυο άκουγαν το τραγούδι τους. Συνέχιζαν να το σφυρίζουν σιγανά καθώς κοιμόνταν τα μικρότερα. Ύστερα, γλιστρούσαν αθόρυβα απ’ τα δέντρα τους και συναντιόνταν στο πλάτωμα στην όχθη. Ξάπλωναν πλάι σιωπηλά και κοίταζαν τ’ αστέρια ως να τα σβήσει η αυγή.
Εκείνη τη νύχτα είπε: “Δες, όλ’ αυτά τ’ αστέρια τραγουδούν την αγάπη μας, απόψε.” Τότε σηκώθηκαν, ανέβηκαν τη σανίδα, κατέβηκαν το ποτάμι, βγήκαν στη θάλασσα, συνέχισαν στ’ ανοιχτά, έφτασαν στο νησί.
Δε φαινόταν, στην τρυφερή φθινοπωρινή ομίχλη, αλλά η σανίδα τους ήξερε πού τα πήγαινε. Είχαν ονειρευτεί το νησί, που στο σώμα του θα έσμιγαν. Το είχαν ζωγραφίσει στα τετράδιά τους. Αργότερα, κάποια νύχτα, το είχαν ζωγραφίσει μαζί στο κορμί της σανίδας.





δικαίωμα στο μόχθο

12 03 2010

Πολλοί άνθρωποι στους δρόμους, πολύ θυμωμένοι, ακολουθούν ένα σύνθημα
Πολλοί άνθρωποι στα πεζοδρόμια, πολύ οπλισμένοι, ακολουθούν μια διαταγή
Στα χαρακώματα του συλλογικού, ορίζεται κεκτημένο το δικαίωμα στον φθοροποιό μόχθο
Και οι αδέσποτοι, κουλουριασμένοι στις γωνιές, τυλιγμένοι χαρτόκουτα, συνιστούν το σωφρονιστικό φόβο





σωπαίνεις αλλού

6 03 2010
blue mirror

“blue mirror” phot@rt by Aeglie

Αυτή η θλίψη με ησυχάζει
Τα σύννεφα φέρνουν κοντά τον ουρανό
Η σκιά δε μου κρύβει τα μάτια σου
Μαλακά ακουμπάς το χέρι μου
Σωπαίνεις αλλού
Περπατάμε μαζί τόσα χρόνια
Από τότε που έφυγες
Βαδίζεις στο πλάι μου
Σε βλέπουν μυστικά τα παιδιά