διάκριση

30 05 2011

η νύχτα είναι σκοτεινή, δεν είναι το σκοτάδι

english version





ον ή προϊόν;

24 05 2011

Σχολιάζοντας ένα κείμενο στο people and ideas, πριν λίγες μέρες, σημείωσα ότι ο άνθρωπος είναι ένα ον που ζει σαν προϊόν.
Η φράση έτρεξε γρήγορα από το μυαλό στα δάχτυλά μου και, σε πρώτη ανάγνωση, έμοιαζε ένα παιχνίδι των λέξεων. Και, όπως μόνο το παιχνίδι ξέρει να κάνει, αυτές οι λέξεις με οδήγησαν να παρατηρήσω τα πράγματα με άλλη ματιά.
Πράγματι, ο άνθρωπος καταναλώνεται στην καθημερινή του ζωή. Καταναλώνει τον εαυτό του, όπως τα προϊόντα που παράγει προς κατανάλωση. Άραγε, προς κατανάλωση αναπαράγεται ο ίδιος;
Καταναλώνεται, ξοδεύοντας με παθιασμένο ζήλο το μόνο δώρο που μπορεί ν’ απολαύσει: το χρόνο που του έχει δοθεί. Το χρόνο που του είναι πολύτιμος, που ποτέ δεν του περισσεύει και που πάντα ψάχνει τρόπους να τον επιμηκύνει.
Αγωνιά για το πώς θα καταναλώσει το χρόνο του: «τι κάνουμε τώρα;» «τι θα κάνουμε το βράδυ;» «που θα πάμε το σαββατοκύριακο;» Τρέχει πίσω από το χρόνο του. Κυνηγά ως θηρευτής το χρόνο του να τον σκοτώσει. Ή, έστω, να τον αιχμαλωτίσει επιτέλους αυτόν τον ελεύθερο χρόνο του.
Καταναλώνει χρόνο για να κερδίσει χρήματα. Καταναλώνει χρήμα για να κερδίσει αγαθά. Καταναλώνει αγαθά για να κερδίσει χρόνο. Μοιάζει μάταιο. Αλλά είναι;





παράξενο

20 05 2011

πώς γίνεται να μας είναι τόσο ευχάριστη η μυρωδιά του φρεσκοκομμένου χόρτου, ώστε εισπνέουμε βαθιά για να απολαύσουμε πλατύτερα το άρωμα από το πληγωμένο γρασίδι, την ευωδιά από το ακρωτηριασμένο φύλλο

english version





τράβηξε τις βροχές

21 04 2011

η ώρα της επιστροφής εσπερινή και το φως λιγοστεύει με κάθε χιλιόμετρο που φεύγει, καθώς ο δρόμος ανεβαίνει υψόμετρο και τα σύννεφα από τη βροχή βαριά κατεβαίνουν χαμηλά στην πλαγιά – νομίζεις θ’ απλώσεις το χέρι σου και θα φτάσει ν’ αγγίξει την υγρή τους ύφανση, νομίζεις θ’ ανοίξουν τα δάχτυλά σου διόδους μες απ’ την πυκνή τους πλέξη – γιατί ο Απρίλιος τράβηξε τις βροχές που ο Μάρτιος δεν τόλμησε να ελευθερώσει και ξεδιψά τώρα τ’ ανθισμένα του γόνιμα χώματα, σε όλα τα χρώματα κεντά η γύρη ανθούς επάνω σε πράσινους βλαστούς και οι καρποί δένουν κουκούτσι και το ντύνουν χυμούς





nine eleven

28 02 2011
"sad dream" dr@wing by Aeglie

“sad dream” dr@wing by Aeglie

Νυστάζει απελπισμένα. «Νάνι,» λέει. Και πάλι αντιστέκεται. Έτσι κάνουν τα παιδιά. Δεν πάνε για ύπνο όταν οι μεγάλοι είναι στο σαλόνι και η ζωή συνεχίζεται – δεν αφήνουν το παιχνίδι.

Νυστάζει απελπισμένα. «Νάνι,» λέει. Και πάλι αρνείται. Όλα γύρω είναι ήσυχα. Τα φώτα έχουν χαμηλώσει. Τα μωρά κοιμούνται. Οι γονείς ενοχλούνται: «μαμά, μαμά, μαμά, μαμά, μαμά.»
«Σε λέει μαμά;»
Όχι, δε με λέει μαμά. Δε φωνάζουμε έτσι τη μαμά μας. Λέει ότι θέλει τη μαμά της. Λέει ότι δικαιούται μια μαμά κι εκείνη. Λέει ότι θέλει μια μαμά δική της, να μείνει πλάι της όλη νύχτα, να ξυπνά και να τη βλέπει εκεί. Κάθε μωρό έχει μια μαμά στο προσκεφάλι του.
Νυστάζει απελπισμένα. «Εκεί, εκεί, εκεί,» μου δείχνει να καθίσω στην καρέκλα πλάι της, όπως κάθονται όλες οι μαμάδες πλάι στα κρεβατάκια των μωρών τους. Κάθομαι. «Εδώ είμαι εγώ, καρδούλα μου, κοιμήσου εσύ. Κλείσε τα ματάκια και κάνε νάνι.»
«Κοίτα, κοίτα,» δείχνει την ομπρέλα μου ανοιχτή στην άκρη. Την κλείνω για να την καθησυχάσω, να την ξεγελάσω. Να διώξει απ’ το νου της τη σκέψη ότι θα μείνει μόνη της σε λίγο, για λίγο, ως να την πάρει ο ύπνος. Γυρίζω κοντά της και σηκώνεται, «αγκαλιά,» λέει και πηδά επάνω μου. «Κοίτα, κοίτα,» μου δείχνει ένα παιχνίδι στην προσπάθειά της να με απασχολήσει με κάτι για να μείνω περισσότερο.
Κοίτα κοίτα μοιάζει ο κόσμος μια σταλιά
Κοίτα κοίτα κοίτα τον από ψηλά
Κοίτα κοίτα μια γαλάζια πινελιά
Κοίτα κοίτα ανθισμένη πρασινάδα
Κοίτα κοίτα ξαπλωμένη στη λιακάδα
Μπαίνει η νοσηλεύτρια: «εσείς, τι ώρα είστε;» «εννέα έντεκα» «είναι εντεκάμιση» «θα την κοιμίσω»
Κοίτα κοίτα νάνι κι όνειρα γλυκά
Κοίτα νάνι νάνι μες στην αγκαλιά
Νάνι νάνι νάνι θα ‘ρθει η γιατρειά
Νάνι νάνι πληγωμένη μαντινάδα
Νάνι κάνει η μικρή μου αχιβάδα
Και μου κρύβει θησαυρό μες στην καρδιά
Την ακουμπάω πάλι στο κρεβατάκι της, μισανοίγει τα μάτια. «Κοιμήσου, βασίλισσά μου, εδώ είμαι εγώ.» Χαμογελάει. Στη βασίλισσα και στη θάλασσα και στη μέλισσα. Φαίνεται, αυτό το διπλό σίγμα ακούγεται αστείο απ’ το στόμα μου. Γυρίζει πλευρό, τη σκεπάζω, προσπαθεί ν’ ανοίξει τα μάτια. «Κοιμήσου, πριγκίπισσά μου, εδώ είμαι εγώ.» Χαμογελάει. Ακουμπώ μαλακά το χέρι μου στο μικρό κουρασμένο της κεφάλι και χαϊδεύω τα μαλλιά της. Παραδίνεται στον ύπνο της.
Σκέφτομαι ότι δεν την έχω δει να γελά στ’ αλήθεια, να γελά από χαρά. Γελάει στο παιχνίδι – ένα γέλιο διακοπτόμενο, φοβισμένο. Ένα γέλιο νευρικό. Και είναι μόνο δυο χρονών.
Απομακρύνω πολύ αργά το χέρι μου από τα μαλλιά της. Το κρατάω λίγο πάνω στο μαξιλάρι. Έχει κοιμηθεί. Παίρνω σιγά το χέρι μου μακριά. Σηκώνω – αργά, πολύ αργά, σιγά να μην τρίξει – το κάγκελο του μικρού κρεβατιού. Το ακούει. Δεν μπορεί να ξυπνήσει. Μόνο τα χείλη της σχηματίζονται στην καμπύλη της θλίψης.
Ξέρει. Ξέρει ότι φεύγω. Ξέρει ότι θα ξυπνήσει και θα βρει το πλαστικό της ποτήρι γεμάτο νερό στο τραπεζάκι πλάι και θα μπορεί, αν διψά, να το φτάσει – αλλά θα είναι μόνη της.
Η ομπρέλα μου έχει στεγνώσει. Τα μάτια μου είναι νοτισμένα. Δε βρέχει πολύ. Κρατώ την ομπρέλα κλειστή. Ανάβω τσιγάρο. Κατηφορίζω προς τη λεωφόρο. Κυλά ένα δάκρυ. Το ψιλοβρόχι με βοηθά να δώσω έξοδο στον πόνο που κρατάω μέσα μου.
Με όλα όσα καταπιάνομαι τα καταφέρνω καλά – ή, έτσι νομίζω. Όσα εξαρτώνται από μένα, τουλάχιστον. Και μια αίσθηση ικανοποίησης και κάποιας έπαρσης, θα μπορούσα να πω, συχνά με διακατέχει.
Η ανεπάρκεια είναι κάτι καινούργιο εντός μου. Η αίσθηση της με βασανίζει από τότε που άρχισα τον εθελοντισμό. Τι μπορώ να κάνω, στ’ αλήθεια; Τι, πραγματικά, κάνω; Ανακουφίζω τον πόνο των παιδιών ή, μήπως, προσθέτω στις πληγές τους;
Στον πολιτισμένο κόσμο που γεννήθηκα και διάγω τον πολύτιμο βίο μου, τα ιδρύματα δε χωρούν, τα αδέσποτα πληθαίνουν. Πολλοί είναι οι άνθρωποι που προσφέρουν εθελοντικά χρόνο και εργασία. Πάντα περισσότεροι εκείνοι που χρειάζονται βοήθεια: γέροντες, παιδιά, ζώα. Πολλοί είναι οι εθελοντές. Δεν επαρκούν. Οι ανάγκες – παράξενο – στον πολιτισμό, στον αναπτυγμένο μας κόσμο, είναι πάντα περισσότερες, πάντα μεγαλύτερες. Πάντα οι ανάγκες περισσεύουν. Παράξενες ανάγκες περισσεύουν στο σύγχρονο κόσμο: εγκατάλειψη, εκμετάλλευση, κακοποίηση.
Βγαίνω στη λεωφόρο. Τα μπαράκια γεμάτα στις αυλές – καπνιστές περισσεύουν.
Θυμάμαι, όταν πρωταντίκρισα τον Αλέξανδρο, αίφνης ένιωσα ακατανίκητη την ανάγκη να κάνω κάτι χειροπιαστό – η ποίηση δεν αρκεί – για να βοηθήσω ν’ αλλάξει αυτός ο κόσμος στον οποίο μεγαλώνει.
Θυμάμαι, στο κέντρο της πόλης ένα απόγευμα, ένας άντρας έλεγε αυστηρά σε άπταιστα ελληνικά σε μια αλλοδαπή γυναίκα: «να έρθεις στις δέκα, χωρίς το παιδί – το παιδί δεν το θέλω.»
Θυμάμαι, πρώτη μέρα στον εθελοντισμό, όταν, για πρώτη φορά, άκουσα εκείνο το τραγούδι στη διαδρομή: I see you’ve found my underground / So help yourself to guns and ammo / Nothing here has ever seen the light of day / I leave it in my head / It’s the first day of the rest of your life / You’ll remember me, for the rest of your life / It’s the first day of the rest of your life
The very first day. Βαδίζω τη λεωφόρο. Δεν το θέλω το παιδί. Μπαράκια γεμάτα στις αυλές. Nothing has seen the light of day. Καπνίζω τσιγάρο. Κοιμάται η μικρή μου αχιβάδα; Βγαίνω απ’ τη λεωφόρο. I’ll remember you. Ανηφορίζω προς το σπίτι. For the rest of my life.





η γυναίκα που μιλούσε με το φόβο

7 02 2011

«Ένας πλάνης, αυτό είναι, ένας ζητιάνος,» έλεγε ήσυχα η γυναίκα που μιλούσε με το φόβο.

Την είχα συναντήσει το πρωί στην πόρτα του σχολείου. “Το νου σας μακριά από φόβο,” είπε στα παιδιά της και χαμογέλασε στην έκπληκτη όψη μου. Συστήθηκε και με προσκάλεσε σπίτι της το απόγευμα.

«Έρχεται στο κατώφλι του νου και ζητιανεύει τον οβολό του: την υποταγή μας.
«Έρχεται κρυμμένος μέσα σε παραινετικές συνταγές. “Πρόσεχε!” είναι η λέξη που αποτελεί το θεμελιώδες, παραπλανητικό συστατικό του.
«Έρχεται, μικρούλης κι ασθενικός, μια τόση δα σκιά – και θρέφεται με την αγωνία, την έγνοια, τον κόπο, τον πόνο, το μόχθο. Μέρα τη μέρα αυξάνει και διογκώνεται, επεκτείνεται κι εξαπλώνεται, καταλαμβάνει.»

Γέμισε τα ποτήρια δροσερή λεμονάδα.

«Τον φιλοξένησα πολύ καιρό. Είχε εγκατασταθεί για τα καλά στους χώρους μου. Ο αγαπημένος μου τόπος μαραινόταν μες στη σκοτεινιά του.
«Αίφνης, ένα πρωί, αποφάσισα να παραιτηθώ από τις σκοτούρες. Έμεινε νηστικός όλη τη μέρα. Το άλλο πρωί, ο νους μου είχε ξαστερώσει. Ωστόσο, τον φιλοξενούσα ακόμα. Πριν επιστρέψει στην ανυπαρξία, απ’ όπου είχε έρθει, προσπάθησε να παρακινήσει τον οίκτο μου. Μα είχα αποφασιστικά παραιτηθεί από τα βάσανα και δεν τα κατάφερε να με πείσει να τον λυπηθώ. Κίνησε, όμως, την περιέργειά μου. Ή, ίσως, ήθελα μόνο ν’ ακούσω μια καλή ιστορία – έτσι, για διασκέδαση.»

Έφερε ένα μπολ από την κουζίνα και το γέμισε βερύκοκα, από ένα δέντρο στην αυλή της φορτωμένο με χρυσαφένια, παχουλά, ζουμερά φρούτα.

«Δεν υπάρχει. Αυτή είναι η αλήθεια του: δεν υπάρχει. Μου το ομολόγησε ο ίδιος. Είναι μία πλάνη. Μια πλάνη που προκλήθηκε από ένα αρχαίο λάθος, αναπτύχθηκε μέσα σε κάποιο αρχαίο σκοτεινό κενό, πολύ παλιά, στην αρχή του κόσμου – και ρουφάει ζωή. Η ζωή αυτή του είναι άχρηστη, αφού δεν είναι δική του. Ούτε μπορεί να έχει δική του ζωή, αφού δεν έχει δημιουργηθεί. Για να διατηρείται απασχολημένος και να νιώθει χρήσιμος, είναι τα δικά του λόγια, αχρηστεύει τη ζωή των όντων. Η ανθρωπότητα διάγει το βίο της μέσα στην ατέλεια και την ασθένεια, γιατί οι άνθρωποι θρέφουν την πλάνη του φόβου.»

Άπλωσε το χέρι της στην ανθισμένη μηλιά, που μας φιλοξενούσε στη δροσιά της – και είπε, “εσύ, αγαπητή μου, σίγουρα ξέρεις τι θα ‘θελα τώρα πιο πολύ.” Σε λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου ένα κόκκινο, στρογγυλό, λαμπερό μήλο γέμισε τη χούφτα της.

«Αρκεί να τον αφήσεις νηστικό,» κατέληξε – και δάγκωσε το τραγανό φρούτο.

english version

συμμετοχή στην ημέρα υπέρ της απελευθέρωσης από το φόβο





το φως των ματιών σου

3 01 2011
together

“together” phot@rt by Aeglie

Κοίτα η νύχτα πώς πυκνώνει γύρω
Τυλίγει υγρά δίχτυα πιο κοντά όλο και πιο κοντά μας
Κρύβει την πορεία
Ούτε έχεις δικαίωμα – σε τέτοιους καιρούς – να ξοδέψεις ενέργεια
Υποχρεώνεσαι να οδηγείς με χαμηλά φώτα
Χαμηλές ταχύτητες, επίσης
Αφού ο δρόμος είναι κρυμμένος μέσα στη βροχή των ζοφερών προγνώσεων
Και τότε ανακαλύπτεις το φως των ματιών σου
Το ρίχνεις μπροστά με όλη τη δύναμη της καρδιάς σου
Διαρρηγνύεις το υφάδι του φόβου
Με καινούργια ματιά, αναπτύσσεις τη δική σου ταχύτητα
Ο συνοδοιπόρος λέει ‘πιο σιγά, δε βλέπω’
‘Ρίξε εμπρός το φως των ματιών σου’ τον προτρέπεις
Κι ως να το βρει εντός του, περιγράφεις τη μαγεία της νυχτερινής διαδρομής
Και υπόσχεσαι ότι θα βγείτε κατευθείαν στην αυγή
Μαζί

english version





ατελής αγωνία

6 12 2010
littlie robin

“little robin” phot@rt by Aeglie

Η εξοχή ησυχάζει, τυλιγμένη μέσα στην πρωινή ειρήνη, κρυμμένη μέσα σε μιαν αραιή υγρή πάχνη
Μόνο ένας κοκκινολαίμης ακούγεται και λίγες μέλισσες καθώς τρυγούν τ’ άνθη που ξεγέλασε ο ζεστός χειμώνας
Τραγουδούν κι οι πεταλούδες και τα ακίνητα φύλλα στις μικρές πορτοκαλιές, αλλά η ακοή του ανθρώπου είναι ατελής
Βαριές οι μικρές πορτοκαλιές, γεμάτες καρπό, με υπομονή περιμένουν τον άνθρωπο
Εκείνος δραπετεύει στην πόλη, να ξοδέψει την αγωνία του – ξοδεύεται μαζί της
Στην άκρη του δρόμου, το απόγευμα, θυμάται ότι έχει αφήσει τις μικρές πορτοκαλιές να μεγαλώνουν μόνες τους

english version





κάστανα και πορτοκάλι

29 11 2010
wet reflection

“wet reflection” phot@rt by Aeglie

Διάφανο απόγευμα στην άκρη του καιρού

Βγαίνουμε απ’ τη θάλασσα και κρατάμε την αλμύρα επάνω μας

Η νύχτα φτάνει νωρίς

Ο χειμώνας δεν έρχεται

Φέρνεις τα ξύλα

Απόψε θ’ ανάψει στο σπίτι η πρώτη φωτιά

Παράθυρα ανοιχτά

Το κρύο δεν είναι επικίνδυνο, λες, ο φόβος είναι ο κίνδυνος

Ψήνεις τα κάστανα και βγαίνεις να τ’ αφήσεις στα παιδιά

Τα παιδιά είναι πάντα εκεί στην ώρα τους χωρίς ίχνος παρουσίας

Όλη τη μέρα αδέσποτα

Το βράδυ σκαρφαλώνουν αθόρυβα τα δέντρα στο μικρό μας πάρκο

Δε φοβούνται τις σκιές

Μένουν σιωπηλά για ν’ ακούν τους ψιθύρους που σεργιανίζουν το έδαφος

Δεν έχουν φάει τίποτα

Ούτε πεινούν

Τρώνε τα κάστανα σαν να ήταν μέρος ενός παιχνιδιού

Επιστρέφεις

Μοιραζόμαστε ένα πορτοκάλι

Ας μην κρυβόμαστε απ’ το φως της νύχτας, λες – και πλαγιάζεις πλάι μου

Τα παιδιά αγρυπνούν: είναι μέρος του παιχνιδιού

Κι όταν σιγουρευτούν ότι μας πήρε ο ύπνος πλησιάζουν

Το πρωί τα βρίσκουμε να ευλογούν τα όνειρά τους γύρω απ’ τη σβησμένη πια φωτιά της νύχτας μας

Μάταια φοβόμαστε να τα ξυπνήσουμε

Σηκώνονται και μας δίνουν το χέρι

Το βήμα μας μπαίνει στο αύριο

Και αυτό δεν είναι αναπόφευκτο





το λιτό και το λίγο

1 11 2010

Το λιτό και το απέριττο σπάνια έχει σχέση με το λίγο. Η πράξη της αφαίρεσης είναι δύσκολη. Το ζύγισμα χρειάζεται πειθαρχία και ακρίβεια. Το μυστικό για να έχει η αφαιρετική πράξη μεστό αποτέλεσμα είναι η ενότητα των στοιχείων. Αν ένα από τα τόσο λίγα που θα κρατήσεις, για να φτιάξεις το έργο της τέχνης σου, ξεχωρίζει και απομονώνεται και έρχεται από άλλη γωνία και προκαλεί περισπασμό στην προσοχή του θεατή από το λοιπό έργο, δεν κέρδισες το στοίχημα.
Παρακολούθησα χτες, με προσδοκία, Τα Νιάτα με τον Άρη Μπερλή, σε σκηνοθετική επιμέλεια του Θέμελη Γλυνάτση και ηχητικό περιβάλλον του Γιάννη Κοτσώνη. Ο Joseph Conrad αφηγείται σε προχωρημένη ηλικία ένα ταξίδι της νιότης του στις ανατολικές θάλασσες. Η σταθερά νωχελική ανάγνωση του μεταφραστή του έργου, Άρη Μπερλή, τροφοδοτημένη από μια υπόγεια νοσταλγία, η οποία κάθε τόσο άναβε μια μικρή φλόγα («Α, τα νιάτα!») ανάμνηση του ολοκαυτώματος της νιότης, άρχισε να με αιχμαλωτίζει.
Μα ένα φως άναβε κι έδειχνε στην πλατεία και άφηνε την άκρη του ματιού να δέχεται τις φιγούρες και τις κινήσεις των θεατών, ώστε η προσοχή δεν μπορούσε να στραφεί απερίσπαστη στην ανάγνωση και στο κείμενο. Ύστερα ήρθαν από δεξιά και οι ήχοι της αναπαράστασης της κακουχίας του πλοίου και τότε πια η συγκέντρωση απαιτούσε προσπάθεια προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Το δραματοποιημένο αναλόγιο, ωστόσο, δεν έχει χρεία αναπαράστασης. Και αν κρίθηκε αναγκαίο ένα ηχητικό χαλί, αυτό θα μπορούσε να είναι ένα πνευστό σε ένα απλό, το απλούστερο δυνατό, μουσικό μοτίβο. Κι αν ένα φως παραπάνω, από εκείνο που φώτιζε για να βλέπει ο θεατρικός αναγνώστης το αναλόγιο κι εμείς το πρόσωπό του, χρειαζόταν, θα μπορούσε μια φωτεινή γραμμή να κινείται διασχίζοντας τις επιμελημένα ατίθασες καρέκλες που ξεχώριζαν τη σκηνή από την πλατεία και όριζαν ακίνητη την τρικυμία.