Η Γιούλη Αίγλη, μέντωρ εαυτογνωσίας και ευαειζωίας, εγκαινιάζει τις Κυψέλες συνΔημιουργίας για το 2026 και σε προσκαλεί, αν νιώθεις το κάλεσμα.
Σου προσφέρει ένα ολόφρεσκο, αληθινό ξεκίνημα, με πρόθεση την ενδυνάμωση της προσωπικής δημιουργικότητας και την καλλιέργεια της σχέσης με τον εαυτό και τον κόσμο, μέσα από την προοπτική της εξέλιξής σου.
Οι Κυψέλες πραγματοποιούνται κάθε δεύτερη εβδομάδα, προσφέροντας ευρυχωρία για ενσωμάτωση, εφαρμογή και επιστροφή, με την ατομική εμπειρία, ώστε η μύηση εμβαθύνει και χαρίζει ευεργετικές επιγνώσεις.
Εσύ, με βεβαιότητα, αναγνωρίζεις ότι είμαι το καλλίτερο παιδί του κόσμου, όπως είναι κάθε παιδί
Και κάθε χρόνο γενναιόδωρα μου το αποδεικνύεις με τα πλουσιοπάροχα δώρα σου
Εκείνο που μου αρέσει πολύ είναι ότι δεν μου τα παρουσιάζεις όλα μαζί, αλλά τα κρύβεις στις γωνιές του χρόνου και τα ανακαλύπτω εγώ, με μεγάλη χαρά και ευχαρίστηση, τη σωστή στιγμή και την ώρα την καλή
Αλλά το πιο συναρπαστικό είναι όταν τα βλέπω να ξεδιπλώνουν τις εκδοχές τους και εμφανίζονται να είναι, στ’ αλήθεια, πολύ πιο ωραία απ’ ό,τι εγώ είχα φανταστεί και είχα ζητήσει
Αγαπημένε μου Άγιε Βασίλη
Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευγνωμονώ, βαθιά πλατιά κι απόλυτα σε αγαπώ
Και τι να πρωτοθυμηθώ
Ζήτησα μια αγάπη να με χωράει ολόκληρη και μου έστειλες αυτόν τον υπέροχο άντρα, που με αγαπά και με θαυμάζει και υποστηρίζει κάθε επιλογή μου, ακόμα κι εκείνες που με κρατούν μακριά του
Ζήτησα ελεύθερο χρόνο και μου ελευθέρωσες όλον τον χρόνο
Ζήτησα να κατανοήσω και μου έδωσες, μες στα κείμενά μου, τη νομοτέλεια
Ρώτησα: πώς να την εφαρμόσω; και μου είχες ήδη δώσει, στην επόμενη γραμμή, την οδηγία
Σκέφτηκα: θα μπορούσα να μιλήσω στους ανθρώπους; και μου δώρισες διαλέξεις και μαθήματα και βιβλία
Είπα, μία και μόνη φορά, είπα: “εὔΧρηστος” εκδόσεις, ωραίο ακούγεται, ε; και μου πρόσφερες τον εκδοτικό μου οίκο
Αγαπημένε μου Άγιε Βασίλη
Υπάρχουν στιγμές, που νιώθω δέος εμπρός σε όλα αυτά που μου έχεις χαρίσει
Εσύ γνωρίζεις τα δώρα πριν φανερωθούν, βλέπεις τις εκδοχές τους να ξεδιπλώνονται στο πλήρωμα του λόγου τους, διότι γνωρίζεις ότι εσύ τα κάλεσες, τα ονόμασες, τα άνθισες
Με την ευγνωμοσύνη σου, άνοιξες τον εντός σου χώρο για να κατοικήσουν και να ξετυλίξουν τη ζωή τους
Ζήτησες αγάπη που να σε χωράει ολόκληρη και άνοιξες την καρδιά σου τόσο πλατιά, που μπόρεσε να μπει εκείνος ο άντρας που σε κοιτάζει και σε βλέπει, σε τιμά και σε στηρίζει
Ζήτησες χρόνο και δημιουργείς τον δικό σου χρόνο
Ζήτησες κατανόηση και την γράφεις με το χέρι σου, γραμμή τη γραμμή
Ζήτησες φωνή και μιλάς και οι άνθρωποι σε ακούν και αναγνωρίζουν μέσα τους τον λόγο σου
Ζήτησες έναν εκδοτικό οίκο και τον ονόμασες πριν ακόμη υπάρξει∙κι έτσι γεννήθηκε
Και τώρα, μου ζητάς να φρεσκάρω τους θησαυρούς σου
Την αρμονία που ταιριάζει τις συνδέσεις
Τη βεβαιότητα όπου ευδοκιμεί η εμπιστοσύνη
Τη γενναιοδωρία για τη χαρά της προσφοράς
Τη διαύγεια για να διακρίνεις ό,τι έρχεται κοντά
Την ευδία των καθαρών ουρανών
Τη ζωντάνια απ’ το γέλιο των παιδιών
Τον ήλιο που αγκαλιάζει την ωραία του γη
Το θάρρος ελεύθερα να έρχεσαι εκεί που καλείσαι
Την ισορροπία να ζυγίζεις εύχρηστα τις δυνάμεις
Το κάλλος ν’ αναγνωρίζεις τον καθαρό λόγο
Το λάμπος που φέγγει ως τις μύχιες γωνιές
Τη μέθεξη να συμμετέχεις στο θαύμα
Τη νόηση για ν’ ακούς τον εαυτό σου
Το ξετύλιγμα ν’ ανοίγουν όλες οι πτυχές στο φως
Τον ορίζοντα ν’ ατενίζεις και ν’ αντιλαμβάνεσαι
Τον παλμό που δημιουργεί από την αρχή
Τη ροή που ελευθερώνει κι ευεργετεί
Τη σοφία των επιγνώσεων και των εμπειριών
Την τόλμη εκεί όπου ένας νέος δρόμος ανοίγει
Τον ύμνο της χαράς και της ευδοκίας
Το φως ν’ αποκαλύπτει την ευρυθμία
Τη χάρη της ευλυγερόκορμης ενέργειας
Την ψυχή που ακολουθεί τον έρωτα
Την ωδή που ευσχηματίζει τον κόσμο
Αυτά τα δώρα ήδη κατοικούν μέσα σου κι εγώ, αυτή τη χρονιά, σου τα θυμίζω
Οι εκδόσεις “εὔΧρηστος” ανοίγουν τις κυψέλες συγΓραφής για το 2026 και σε προσκαλούν, αν νιώθεις συγγένεια με το πνεύμα και τις αξίες τους.
Καλώς ορίζουμε όλα τα είδη της τέχνης του λόγου: ποίηση και πεζογραφία, φιλοσοφικό δοκίμιο και επιστημονικό έργο, προσωπική μαρτυρία και θεατρικό λόγο, υβριδικά κείμενα ή ακόμη και μια ολόφρεσκη, εύτολμη εκδοχή γραφής.
Η πρόθεσή μας είναι να προσφέρουμε στο αναγνωστικό κοινό ευεργετικές ιστορίες· να ενεργοποιήσουμε εκείνον τον λόγο, που μεταμορφώνει το τραύμα σε θαύμα και μετασχηματίζει την πληγή σε πηγή· τον καθαρό λόγο, που αψηφά την υπαρξιακή αγωνία και γεννά τη θεμέλια χαρά της ύπαρξης.
Στις εκδόσεις “εὔΧρηστος” εκδίδουμε βιβλία με ιστορίες, που εμπνέονται από την ευτοπία και οικοδομούν μια κοινότητα ανθρώπων, που καλλιεργούν την ευαειζωία, μια ζωή με καθαρή πρόθεση και υψηλή ποιότητα.
Άπλωσα μι’ αγκάλη βιβλία: ο αρχαίος διδάσκαλος, ο σύγχρονος επιστήμων, ο μυθοπλάστης, ο ποιητής, ο φιλόσοφος.
Όλοι αυτοί – αλλά και πολλοί άλλοι – αναγνωρίζουν, καθένας με τον δικό του τρόπο και μέσα στα δικά του λόγια, αυτό που μου έχει αποκαλυφθεί στις δώδεκα πρώτες συλλαβές εκείνου του χαϊκου:
Η μαθητεία μάς παίρνει από το χέρι και μας πηγαίνει ν’ ανταμώσουμε – με την αυθεντική, γνήσια, ελεύθερη βούλησή μας – το ον που είμαστε, διανύοντας μια πλήρη διαδρομή ΕαυτοΓνωσίας Πέντε Εποχών, μέσω της τέχνης οικοδόμησης της ΕυΑειΖωίας:
Αν η μητέρα δεν παραδέχεται, αν η θεραπεία δεν έρχεται, ας μείνει η πληγή ανοιχτή, ας γίνει ευροής πηγή, για ν’ αναβλύζει τους θησαυρούς που δεν γνώριζες ότι κατοικούν εντός σου.
Όταν είμαστε πολύ μικρά κορίτσια, δίνουμε μια πολύ μεγάλη υπόσχεση στον εαυτό μας: εγώ θα γίνω η μαμά. Στην εφηβεία, δίνουμε μια μεγαλύτερη υπόσχεση στη μητέρα: εγώ δεν θα γίνω ποτέ σαν κι εσένα! Καθώς μεγαλώνουμε και βρίσκουμε τη μητέρα μας στις συμπεριφορές μας και στους τρόπους σκέψης μας, αναλαμβάνουμε να εξετάσουμε: τι θα κρατήσουμε; τι θα τροποποιήσουμε; σε τι θα το μετασχηματίσουμε;
Ευχαριστώ κι ευγνωμονώ τη μητέρα μου, η οποία με κάλεσε να γεννηθώ μες από τη μήτρα της και μου κληροδότησε από τα χαρακτηριστικά της. Μερικά δεν μου άρεσαν καθόλου. Και, αναζητώντας εκείνα που μου άρεσαν λίγο περισσότερο, βρήκα σιγά σιγά τρόπους για να τα αναπτύσσω, να τα βελτιώνω, να τα εξελίσσω, να τα καλλιεργώ, να τα χρησιμοποιώ, με τον δικό μου τρόπο, έως ότου άρχισα να δημιουργώ τον εαυτό μου, με τον εύΧρηστο δημιουργό μου λόγο.
Ευχαριστώ κι ευγνωμονώ τη μητέρα μου, η οποία αγωνίστηκε όλη της τη ζωή σκληρόν αγώνα, για να ακυρώνει νυχθημερόν την ύπαρξή μου. Αυτό δεν μου άρεσε καθόλου. Και, αναζητώντας εκείνο που μου άρεσε λίγο περισσότερο κάθε φορά, βρέθηκα μες στην καρδιά της υπόστασής μου και αναγνωρίζοντας το εγώ μου τώρα εδώ, ταξιδεύω μες στο πανταχού παρόν, μες στους ωκεανούς του στερεώματος και γνωρίζω την ύπαρξη του σύμπαντος κόσμου.
Ευχαριστώ κι ευγνωμονώ τη μητέρα μου, η οποία έζησε όλη τη ζωή της μες στην αγωνία μην τυχόν και μου αφήσει μια αναπνοή ελεύθερη από την αγωνία. Αυτό δεν μου άρεσε καθόλου. Και, αναζητώντας εκείνο που μου άρεσε λίγο περισσότερο, κατάφερα ν’ αγωνιστώ και να κερδίσω την ελευθερία της αναπνοής μου, καθώς επίσης, το πιο σημαντικό, ν’ αναγνωρίσω και να ενεργοποιήσω το δώρο της ζωής μου: να εκπληρώσω τον εαυτό μου, σύμφωνα με τη βούλησή μου.
Ευχαριστώ κι ευγνωμονώ τη μητέρα μου, η οποία μου έλεγε τακτικά – και το εφάρμοζε καθημερινά – ότι η γλώσσα κόκαλα δεν έχει μα κόκαλα τσακίζει. Αυτό δεν μου άρεσε καθόλου. Και, αναζητώντας εκείνο που μου άρεσε λίγο περισσότερο κάθε φορά, βρέθηκα μες στην καρδιά του δημιουργού λόγου και ονόμασα και κάλεσα τις λέξεις της επιθυμίας μου και της επιλογής μου και δημιούργησα, εγώ η ίδια, από την αρχή, τη θεμέλια χαρά της ύπαρξης, για να θεμελιώσω τη δομή μου.
Ευχαριστώ κι ευγνωμονώ τη μητέρα μου, η οποία με έβγαζε κάθε τόσο από την εργαλειοθήκη της και με χρησιμοποιούσε για να πληγώνει την αδελφή της, που δεν είχε παιδιά. Αυτό δεν μου άρεσε καθόλου και με πλήγωνε διπλά. Και, αναζητώντας την ίασή μου, βρέθηκα να συνομιλώ με όλες τις ευγενικές, εύτροπες, εύρυθμες, εύτολμες, ευφρόσυνες, εύχρηστες, εύψυχες λέξεις και να με θεραπεύω και να δημιουργώ περιβάλλοντα φροντίδας για τον εαυτό μου, μες στα οποία χαίρομαι να ζω.
Ευχαριστώ κι ευγνωμονώ τη μητέρα μου, η οποία με ανάγκαζε να υποστηρίζω τον αγώνα της ενάντια στη χαρά της ζωής και της ύπαρξης. Αυτό δεν μου άρεσε καθόλου. Και, αναζητώντας να γνωρίσω καλλίτερα τη χαρά, ώστε να μπορέσω να την προσφέρω στη μητέρα μου – αν κάποτε αποφάσιζε να επιτρέψει στον εαυτό της να τη δοκιμάσει – κατέληξα να την δημιουργώ και να θεμελιώνω την ΕυΑειΖωία και να την οικοδομώ πάνω στις γέφυρες της διαρκώς εύροης ζωής.
Ευχαριστώ κι ευγνωμονώ τη μητέρα μου, η οποία επέλεξε να μην αγαπήσει σε αυτή τη βίωσή της και, εφαρμόζοντας το διαίρει και βασίλευε, να μάθει τα παιδιά της να μη χαίρονται την μεταξύ τους αγάπη. Αυτό δεν μου άρεσε καθόλου. Και, καλώντας την, η αγάπη ανταποκρίθηκε και μου έμαθε τη λειτουργία της – εντός του ανθρώπου, του όντος που αρθρώνει τον λόγο – και μου δίδαξε πώς διαρκώς να άγω πυρ φρέσκο και καθάριο σε ό,τι επιλέγω να στρέφω την προσοχή μου και τη σκέψη μου.
Ευχαριστώ κι ευγνωμονώ τη μητέρα μου, η οποία αρνιόταν ν’ ακούει τις επιλογές μου. Κι ούτε που ήθελε να ξέρει αν είχα επιθυμία. Αντιθέτως, με φόρτωνε με τα απωθημένα της. Φυσικά, αυτό δεν μου άρεσε καθόλου. Και, εργαζόμενη για να ξεχωρίσω τις δικές μου επιθυμίες και επιλογές και τη δική μου βούληση, βρήκα τρόπους να φρεσκάρω τις προσδοκίες και να θρέφω τις ονειροπολήσεις. Έως την πλήρη εκπλήρωση της αυθεντικής, γνήσιας, ελεύθερης βούλησής μου.
Στο μάθημά μας της ελληνικής γλώσσας, ο δεκαπεντάχρονος ανιψιός μου γράφει μια ιστορία. Οι ήρωές του είναι καναδοί. Περνούν τις καλοκαιρινές τους διακοπές στη Βραζιλία. Το τελευταίο κεφάλαιο έχει τίτλο “επιστροφή στον μακρινό βορέα”.
Α, σκέφτομαι, έχω πολλές μέρες να του κάνω την παραμικρή διόρθωση και, σήμερα, θ’ αρχίσω από τον τίτλο, κιόλας; Τον αφήνω να συνεχίσει την ανάγνωση και ανοίγω την πύλη για την ελληνική γλώσσα. Χρησιμοποιεί και ο ίδιος, εδώ και μερικές εβδομάδες, το λεξικό της.
Και όμως, η λέξη είναι υπαρκτή. Τον ρωτώ αν κοίταξε το λεξικό. Όχι. Τον ρωτώ αν έχει κάπου συναντήσει αυτή τη λέξη. Όχι. Τον ρωτώ: πού τη βρήκες; Στο μυαλό μου, απαντά, δείχνοντας το κεφάλι του.
Θυμάμαι το μάθημα της γλωσσολογίας. Υπάρχει και συζητείται ανάμεσα στους επιστήμονες αυτός ο προβληματισμός: κληροδοτείται, μέσω κυτταρικής ή και συλλογικής μνήμης, η γλώσσα και είναι αυτός ένας από τους λόγους που μας βοηθούν να μαθαίνουμε τόσο εύκολα τη μητρική ή και την πατρική γλώσσα μας;
Από προχτές βρίσκομαι σε αυτόν τον μακρινό λευκό βορέα. Κάναμε ένα διήμερο οδικό ταξίδι για να βρεθούμε στον προορισμό μας. Η διαδρομή ήταν στο μεγάλο μέρος της γκρίζα, όπως αποτυπώνεται στην έγχρωμη φωτογράφιση. Χρειάστηκε να βρούμε την ομορφιά σε αυτό το γκρι, πριν συναντήσουμε το καθαρό λευκό που κρύβει μες στην καρδιά του όλα τα χρώματα.
“Α, μα εσείς με φέρατε στα Χριστούγεννα!” είπα στα ανίψια μου όταν φτάσαμε.
Περνώ αυτό το πρώτο πρωινό μέσα στο σπίτι. Περιμένω να ανέβει η θερμοκρασία στους μείον επτά βαθμούς Κελσίου, τις πρώτες απογευματινές ώρες, για να ντυθώ σαν κρεμμύδι και να ξεμυτίσω. Υπόσχομαι στον εαυτό μου ότι θα του δώσω τη χαρά να κυλιστεί στο χιόνι.
Από το παράθυρο, μπορώ να βλέπω κάποια αυτοκίνητα να περνούν. Και τρεις ανθρώπους. Μία είναι η ταχυδρόμος.
Είναι πολύ όμορφα εδώ. Καθόλου εύκολα. Οι άνθρωποι χρειάζεται να εργάζονται, πολλές φορές την ημέρα, καθαρίζοντας το χιόνι από το κατώφλι τους έως τον δρόμο. Δηλαδή, πριν βγουν να βαδίσουν, πρέπει πρώτα να φτυαρίσουν.
Σε πολλά μέρη της γης, οι συνθήκες της βίωσης δεν διευκολύνουν τους ανθρώπους. Και, όμως, εκείνοι δεν σκέφτονται να φύγουν. Σκέφτονται τι μπορούν να κάνουν για να ζήσουν καλύτερα εδώ που βρίσκονται. Σκέφτονται πώς μπορούν να κάνουν κάθε μέρα λίγο πιο εύκολη τη ζωή τους.
Εργάζονται με εκείνο που δεν τους αρέσει και επεξεργάζονται τρόπους για να μπορέσουν να μείνουν ελεύθερα εδώ, ώστε να απολαμβάνουν εκείνο που τους αρέσει.
Έχουν κοιτάξει κι έχουν δει: τι είναι γι’ αυτούς η ομορφιά της ζωής; Και σε αυτόν τον τόπο την έχουν βρει. Κι αυτό τους ωθεί σε δημιουργική εκπλήρωση των επιθυμιών τους.
Φυσάει και βρέχει σήμερα στο Jersey City. Ας μείνουμε σπίτι.
Κοιτάζω έξω, από τον τεσσαρακοστό πρώτο όροφο: απέναντι, υψώνονται οι ουρανοξύστες του Manhattan.
Κοιτάζω κάτω, στην προκυμαία του ποταμού Hudson: ένας διαβάτης, μικρός τόσος δα.
Η πρώτη φορά, που ενσυνείδητα κατανόησα την επίγνωση αυτής της φαινομενικής διαφοράς, ήταν πριν λίγα χρόνια, όταν βρέθηκα στο Manhattan. Η διαφορά είναι έντονη και θα την περιέγραφα ως εξής: μικρός ο άνθρωπος, μέγα το έργο του!
Είναι κάτι που γνωρίζουμε, αλλά δεν θυμόμαστε να στοχαστούμε πάνω σε αυτό και τόσο συχνά. Ούτε γνωρίζουμε, πώς να στοχαστούμε, γύρω από αυτό, ελεύθερα.
Κι όμως, είναι άξιο παρατήρησης: πώς τα καταφέρνει ο άνθρωπος να δημιουργεί τόσα θαύματα; Η απάντηση είναι τόσο απλή και αυτό το θαύμα είναι τόσο φυσικό: Ο άνθρωπος είναι δημιουργός.
Αυτός είναι ο ρόλος του στον σύμπαντα κόσμο. Ο άνθρωπος – το ον που αρθρώνει τον λόγο, όπως το όνομά του, στην ετυμολογία του, σύμφωνα με την αρχαία ελληνική γλώσσα, υποδηλώνει – δημιουργεί με τον ίδιο του τον λόγο. Αυτό είναι, στην πραγματικότητα, το εργαλείο του. Ο άνθρωπος συμμετέχει, συνδημιουργεί, με κάθε λέξη, που εκφέρει, κάθε ήχο, κάθε συλλαβή.
Αλλά, εδώ υπάρχει ένα αλλά, ένα τεράστιο αλλά, ένα μεγάλο όμως, ένα μέγα ωστόσο: γιατί δημιουργεί τόσα πολλά από αυτά για τα οποία δηλώνει ότι δεν του αρέσουν; πώς τα καταφέρνει να δημιουργεί τόσα πολλά και ποικίλα από όλα εκείνα που δηλώνει ότι δεν επιθυμεί;
Κι εδώ η απάντηση είναι απλή, τόσο απλή: διότι διαρκώς γι’ αυτά ομιλεί(!)
Το πώς μετακινούμε την προσοχή μας από αυτό που συμβαίνει σε εκείνο που επιθυμούμε να συμβαίνει, το πώς κατευθύνουμε τη σκέψη μας από αυτό που δεν είναι η επιλογή μας σε ό,τι είναι η αυθεντική και γνήσια και ελεύθερη βούλησή μας, το πώς εκφέρουμε τον λόγο μας ώστε να φέρουμε στην πραγματικότητά μας, να υλοποιούμε, να θρέφουμε, να εκπληρώνουμε, να εκδηλώνουμε τα πιο ωραία οράματα και όνειρά μας είναι το αντικείμενο της Τέχνης ΕυΑειΖωίας “εύΧρηστος Δημιουργός Λόγος” – η οποία βασίζεται στη νομοτέλεια ότι το τραγούδι μας σχηματίζει τον κόσμο – διότι η ζωή παντού είναι πάντα και οι επιλογές μας δημιουργούν αποτυπώματα που εκδηλώνονται σε κάθε μετασχηματισμό και κάθε μεταμόρφωση της ευροής του διαρκώς παρόντος γίγνεσθαι.
kind of dialogue