σήμερα βροχή

17 10 2009
IMG_2014

“sky purple waves” phot@rt by Aeglie

Βρέχει απ’ το πρωί, σιγανά. Κάποτε, μόλις δυνατότερα. Κάθομαι στο μπαλκόνι κι έχει λίγη ψύχρα. Κοιτάζω το σμάρι τις υγρές κλωστές που κατεβαίνουν και σμίγουν κι υφαίνουν το διάφανο, υδάτινο κάλυμμα του δρόμου. Στιγμιαία, βλέπω να ξετυλίγονται χρώματα απ’ το νήμα τ’ ουρανού. Θα μου δείξει η βροχή το αόρατο σώμα της, σήμερα. Αλλ’ αυτό ήταν όλο. Για μια στιγμή. Όχι πάλι. Έτσι, για μια τόση δα στιγμή και είναι αρκετό. Είναι αρκετό για να σου πει ότι, ναι, αυτό που γνωρίζεις υπάρχει κι όταν δεν το βλέπεις. Υπάρχει η αγάπη και βρέχει απ’ τους ουρανούς διάφανη, αόρατη στα ατελή μας μάτια και αιθέρια – και μας λούζει.
Το διπλανό διαμέρισμα συγυρίζεται. Μ’ ενοχλεί. Όχι ο θόρυβος, ο βίαιος θόρυβος, που παρεμβάλει τον κελαρυσμό. Μ’ ενοχλεί γιατί μου θυμίζει ότι έχω κι εγώ δουλειές και τις έχω παραμελήσει. Κοιτάζω μέσα το σπίτι. Τ’ απομεινάρια του πρωινού στο τραπέζι. Πόσο όμορφο είναι το τραπέζι στρωμένο για φαγητό. Και πόσο άσχημο γίνεται σε λίγο, αφού σηκωθούμε χορτασμένοι.
Δυο παιδικές ομπρέλες κυνηγιούνται στο δρόμο. Και μια ενήλικη τρέχει ξοπίσω τους. Στη διασταύρωση, στέκονται οι μικρές, η μεγάλη τις προφταίνει και τις παίρνει απ’ το χέρι.
Η βροχή κάνει διάλειμμα κι εγώ μπαίνω με φούρια κι ενοχές να βάλω τάξη σ’ αυτό το σπίτι που με ξέρει. Η βροχή ξαναπιάνει το κατρακυλητό της. Βιάζομαι να τελειώσω το ξέβγαλμα στο νεροχύτη και να βγω πάλι να καθίσω ήσυχα στο μπαλκόνι, να κρυώνω λίγο, ίσα που να θέλω κάτι στους ώμους, το χέρι σου στους ώμους μου – και να βλέπω και ν’ ακούω να βρέχει.
Τυλίγω τα χέρια μου αγκαλιά μπροστά στο στήθος, τρεμουλιάζω λίγο, κλείνω τα μάτια και ρουφάω τον κελαηδισμό της βροχής. Τώρα πιο δυνατός. Πίσω απ’ το ρυθμικό χτύπημα του νερού, κάτω στο δρόμο, πάνω στις στέγες, στις τέντες, στ’ αυτοκίνητα, μες στις αυλές, κυλάνε λέξεις. Είναι άγνωστοι οι ήχοι τους, αλλά είναι οι γνώριμες, καθημερινές μας λέξεις. Και φράσεις. Ολόκληρες φράσεις. Η βροχή λέει μια ιστορία. Πολλές ιστορίες. Διαδρομές. Ναι, ιστορεί διαδρομές. Αφηγείται τα ταξίδια του νερού. Το νερό, που τώρα βρέχει, λέει η βροχή, έχει ταξιδέψει μέσ’ απ’ όλα τα στοιχεία της φύσης, γιατί όλα διψούν. Και μόλις φτάσει στο τέρμα δε θα σταθεί ούτε γι’ ανάσα, πάλι θα πάρει το δρόμο απ’ την αρχή, γιατί ίσα που θα τα προλάβει να μη μαραθούν.
Έτσι τα λέει η βροχή, όχι ακριβώς, λίγο σαν τραγουδιστά, δεν ξέρω. Δεν ξέρω πώς ξαφνικά ακούω τη φωνή σου, πότε χτύπησε το τηλέφωνο και σηκώθηκα και πήγα και το σήκωσα κι απάντησα.
‘θ’ αργήσεις κι αν θέλω, που τόσο μου αρέσει να οδηγώ στη βροχή, να ‘ρθω να σε πάρω και να πάμε έξω για φαγητό, ναι, εκεί πλάι στη θάλασσα, θα τηλεφωνήσεις για ένα τραπέζι στη σκεπαστή αυλή και το σπίτι θα το συγυρίσουμε αύριο μαζί’
Αφήνω το αυτοκίνητο να κυλήσει αργά έξω κι ακούω την ιστορία της βροχής στην οροφή του. Βγαίνω αργά στο δρόμο. Βγαίνω αργά, στους δρόμους. Μούσκεμα όλα. Έχουν πλυθεί καλά και τώρα λάμπουν. Έρχομαι κοντά σου σήμερα βροχή: νερό και αγάπη.





πατρίδα

6 10 2009
IMG_3934(1)

“build spring” phot@rt by Aeglie

Οι σκιές κοιτάζουν την ανατολή
ενώ ο άνεμος έχει κοπάσει
την ώρα που βρέχεις την αυλή και
λάμπει το πλακόστρωτο
Το χώμα κρυμμένο κάτω απ’ τα φυτά
– γεμάτος ο κήπος σου –
ευωδιάζει,
ανακουφίζει τη δίψα του
Τα πράσινα φύλλα ελαφρύνονται
σαν φεύγει από πάνω τους
η σκόνη του μεσημεριού
Ακούω την ανάσα τους
να χορταίνει εσπερινό φως
Τα άνθη δυναμώνουν το χρώμα τους
κι αιχμαλωτίζουν τη ματιά μας
Στρώνεις το τραπέζι έξω
Τα χελιδόνια γυρίζουν στη φωλιά
κάτω απ’ τη στέγη της βεράντας





φλάουτο

27 09 2009

“song created isle” dr@wing by Aeglie

Το τραγούδι μας
σχηματίζει τον κόσμο.
Χαρά απνευστί!

english version

το τραγούδι μας σχηματίζει





Happiness, by Louise Glück

23 09 2009

η ευτυχία

Ένας άντρας και μια γυναίκα κοιμούνται στα λευκά.
Είναι πρωί. Νομίζω
Θα ΄ναι ξύπνιοι σύντομα.
Στο τραπεζάκι, δίπλα, ένα βάζο
κρίνα, το φως του ήλιου
λιμνάζει στο λαιμό τους.
Τον κοιτάζω που στρέφει σ’ εκείνη
σαν για να πει τ’ όνομά της
σιωπηλά, βαθιά μες στο στόμα της –
Απ’ το παράθυρο
μια, δυο φορές,
ένα πουλί κελαηδά.
Τότε εκείνη σαλεύει, το σώμα της
γεμίζει απ’ την ανάσα του.

Ανοίγω τα μάτια, με κοιτάζεις.
Ο ήλιος γλιστρά
γύρω στο δωμάτιο.
Δες το πρόσωπό σου, λες,
με το δικό σου τόσο κοντά μου
να γίνεται καθρέφτης.
Πόσο ήρεμος είσαι. Και ο φλεγόμενος τροχός
μας προσπερνά ήσυχα.

Louise Glück





Children in a Field, by Angela Shaw

18 09 2009

παιδιά στο λιβάδι

Δεν ορμούν τόσο βίαια όσο παγιδεύονται.
Καταμεσήμερο, στη μέση στο λιβάδι,
κάθε φύσημα στο χορτάρι ψιθυρίζει βιάσου
βιάσου, κάθε κίτρινο απλώνει το άρωμά του
σαν φήμη, τα παρακινεί να συνεχίσουν.
Είναι ο τρόπος των κοριτσιών. Το λίκνισμα
των φορεμάτων στο καλοκαιρινό εκστατικό
φως, οι γυμνές τους γάμπες ήδη χάνονται μακριά
μες στο πράσινο. Ποια τραγούδια θ’ ακολουθήσουν;
Ό,τι το δάσος σιγοτραγουδά, όποια θύελλα
ή ζημιά οι παρυφές υπόσχονται, όποια
γαλήνη. Άφησέ τα. Άφησέ τα να φύγουν δίχως ίχνη
μες απ’ το ψηλό χορτάρι και μες στη θαμπή
ιτιά, δίχως ίχνη μες απ’ την ισχνή γαλάζια ανάκλαση
του ποταμού, ως τα ψηλά σκοτεινά σώματα
των κωνοφόρων, κι ως πέρα στο καλόδεχτο
κατώφλι του δειλινού.

Angela Shaw





κρύβομαι πίσω απ’ ό,τι άφησες πίσω

16 09 2009

Από το παράθυρό μου ως απέναντι:

Η ροδιά έχει κρεμάσει τα κλαδιά της – βαριά, γεμάτα ρόδια ώριμα – έξω απ’ τον τοίχο του κήπου της, η γάτα σκαρφαλώνει αθόρυβα κι εκείνο το πουλί, που τρυπάει το φλοιό να ρουφήξει το χυμό του καρπού, φτερουγίζει μακριά τρομαγμένο

Ένα μικρό παιδί χορεύει απ’ το χέρι της μητέρας του, στο άλλο χέρι της έχει παραδώσει τη σχολική του τσάντα

Το φορτηγάκι μουγκρίζει την ανηφόρα, τρίζουν τα σιδερικά στην καρότσα του, ο παλιατζής μας καλεί να του παραδώσουμε όλα τα άχρηστα και τα περιττά

Κρύβομαι πίσω απ’ την κουρτίνα – δε θα σε προδώσω ούτε σήμερα