
“sky welcomes sun” phot@rt by Aeglie
τα χρώματα που βάφει ο ουρανός ζηλεύει τ’ όνειρό μου

“sky welcomes sun” phot@rt by Aeglie
τα χρώματα που βάφει ο ουρανός ζηλεύει τ’ όνειρό μου

“colour sky dance” phot@rt by Aeglie
Κοιτάζω την αγάπη. Κυλάει απ’ τα μάτια των παιδιών κι όλα τα τυλίγει μες στο νέφος της. Είναι διάφανη, γεμάτη σκόρπιες αχνές χρωματιστές ζωγραφιές.
Εκείνο το χλωμό παιδί, στην άκρη της αυλής, απλώνει το σύννεφο της αγάπης του πολύ μακριά – πέρα απ’ ό,τι φαίνεται. Κι έτσι καταφέρνει να βλέπει πίσω απ’ τους τοίχους και να μιλάει, μέσα στην καρδιά του στη σιωπή, με άλλα παιδιά και άλλα παιχνίδια που δεν το γνώρισαν ακόμα. Εκείνα ακούν τα λόγια του σαν να ‘ταν οι δικές τους σκέψεις. Και δεν του απαντούν. Γι’ αυτό το χλωμιάζει η μοναξιά.
Ωστόσο, αγαπά πολύ τα χρώματα. Έχει χρωματίσει την αγάπη του με λίγο απ’ το χρώμα του ήλιου. Πολύ λίγο, πολύ απαλό, έτσι δα μόνο να την ξεχωρίζουν εκείνοι που ατενίζουν από μακριά τ’ αόρατα. Και επειδή αγαπά πολύ τα χρώματα. Και διαρκώς τη γεμίζει ζωγραφιστές αγκαλιές απ’ το χρώμα της σελήνης κι απ’ τα χρώματα όλων των άστρων. Ο ήλιος, η σελήνη και τ’ άστρα του δίνουν πάντα γενναιόδωρα από τα χρώματά τους. Μα εκείνο δεν παίρνει πολύ. Αντίθετα, πολύ λίγο. Μόνο όσο του είναι απολύτως απαραίτητο. Όσο χρειάζεται για να ξεχωρίζει τις αγκαλιές που στέλνει σε κάθε τι. Γιατί τα πράγματα και τα πλάσματα ξαφνιάζονται δυσάρεστα με τις αγκαλιές. Και δε θέλει να τα δει να δυσανασχετούν πάλι με μια άγνωστη, αόρατη αγκαλιά – τώρα που μόλις εξοικειώθηκαν με τις δικές του και τις καλοδέχονται.
ο χιονάνθρωπος
Πρέπει να ξέρει κανείς από χειμώνα
Για ν’ ατενίσει την παγωνιά και τα κλαδιά
του πεύκου σκεπασμένα με χιόνι.
Και να ‘χει ζήσει στα κρύα για καιρό
Για ν’ αντικρίσει τους κέδρους τυλιγμένους στον πάγο,
Τα ερυθροέλατα ν’ αστράφτουν άγρια από μακριά
στον ήλιο του Γενάρη. Κι όχι να
δυστυχεί στον ήχο του ανέμου,
Στον ήχο των λίγων φύλλων,
Που είναι ο ήχος της γης
Γεμάτης απ’ τον ίδιο άνεμο
Που φυσά στον ίδιο γυμνό τόπο
Γιατί ο ακροατής, που ακούει στο χιόνι
Και είναι τίποτα ο ίδιος, αντικρίζει
Το τίποτα που δεν είναι εκεί και το τίποτα που είναι.
Την ησυχία που έχει εγκατασταθεί στο σπίτι απόψε αναστατώνει ο ήχος του ελικόπτερου. Πάνω απ’ το κέντρο της πόλης κινείται και παρακολουθεί τις εκδηλώσεις και τις διαδηλώσεις για το φόβο των επεισοδίων – για το φόβο. Σαν σήμερα πριν ένα χρόνο ένα παιδί 15 χρονών έπεσε νεκρό στο πλακόστρωτό της κι ένα χέρι που εκείνη είχε οπλίσει έκανε έναν άντρα δολοφόνο.
Η γωνιά του φονικού με παρακινεί συχνά να παρακάμψω την καθημερινή μου διαδρομή και να σταθώ λίγες στιγμές εκεί για να σκεφτώ ότι η μόνη δυνατότητα που έχει εξασκήσει τόσο αποτελεσματικά ο άνθρωπος είναι η αφαίρεση της ζωής του ανθρώπου.
Κατηφορίζω το πρωί την Ιπποκράτους, προχωρώντας προς μια λιακάδα που θέλει ν’ απλωθεί πάνω απ’ το κέντρο της πόλης. Σε κάθε διασταύρωση, δεξιά, ψηλά, ένα κομμάτι ουράνιο τόξο. Πίσω του πάλι μαζεύονται, βαραίνουν, σκοτεινιάζουν σύννεφα. Στην Ακαδημίας με λούζει ο ήλιος.
Παρασκευή σήμερα. Η πρώτη Παρασκευή του φθινοπωρινού Δεκεμβρίου. Αύριο το σπίτι έχει την τιμητική του: χειμωνιάτικη καθαριότητα, μάλλινα χαλιά, χριστουγεννιάτικος στολισμός. Κι όμως, μια χαρά νιώθουν γυμνά τα πόδια μου πάνω στα βαμβακερά που είναι τώρα στρωμένα. Κι αύριο θα ‘θελα καλύτερα μια βόλτα πλάι στη θάλασσα. Να βουτήξω γυμνά τα πόδια μου στην ψύχρα της άμμου.
Οι καιροί διακρίνουν ότι είναι καιρός ν’ αλλάξουν. Η φύση δοκιμάζει ένα καινούργιο πρόσωπο. Αλλά ο άνθρωπος είναι εδώ για ν’ ανθίσταται στη ροπή του κόσμου, ν’ αντιστέκεται στη ροή εντός του. Δεν συμπορεύεται. Εμμένει και επιμένει σ’ εκείνα που έμαθε και ξέρει πώς να υπομένει. Οπλίζεται την οργάνωση του χρόνου του και τον επιμελή προγραμματισμό του.
Έχει πλέξει τη φωλιά του την ανθρωπότητα με σίγουρα σκληρό νήμα. Το δίχτυ της τον προστατεύει απ’ τον κίνδυνο να τον γοητεύσει το άγνωστο. Έχει εξασκηθεί με όλους τους τρόπους να αρνείται το καινούργιο. Σπέρνει τον κόσμο αρρώστια και πόλεμο για να δρέψει αμετάβλητες τις κλονισμένες σταθερές. Κοπιάζει και μοχθεί και φοβάται αδιάλειπτα και ξοδεύει την ενέργειά του μάταια – μην τυχόν κι εκτοξευτεί, στο πάθος του.
Κατηφορίζω το πρωί την Ιπποκράτους να πάω στο γραφείο κι αλλόκοτες σκέψεις τρέχουν μες στο νου μου. Για να τις διώξω πριν μ’ εξακοντίσουν και βρεθώ να φτερουγίζω μακριά απ’ τη φωλιά της πραγματικότητας, σκέφτομαι ότι είναι Παρασκευή σήμερα, ότι έχω πάλι μπροστά μου ένα ολόκληρο σαββατοκύριακο – μέσα στο οποίο πολύ λίγος χρόνος θα είναι αληθινά δικός μου, αν βρεθεί κι αυτός: ο χρόνος στον οποίο ανήκω.
Από μακριά η πόλη
ένα βούισμα ανεπαίσθητο
αχνός αχός άλλου κόσμου
κρυμμένη μέσα σε
μια θάλασσα από σύννεφα
Ο δρόμος συνεχίζει
στην άκρη του γκρεμού
με σίγουρο βήμα
διαχωρίζει τα δάση
διασχίζει την πέτρα
Η τελευταία πλαγιά
λευκός εξώστης
κρεμασμένος
με διάφανο δίχτυ
από το στερέωμα
Η κορυφή το κατώφλι
στην ειρήνη του σύννεφου
στη διαύγεια της σκίασης
στο τραγούδι της σιωπής

“naked before sky” phot@rt by Aeglie
Σηκώνεις το βλέμμα απ’ την παλιά πληγή και τον αρχαίο θρήνο, που κρατούσαν την όρασή σου όμηρη
Μάτια γυμνά στο φως
Δεμάτια αχτίδες απ’ τους πέρα ήλιους ιππεύουν τους ανέμους κι έρχονται, λούζουν το κορμί σου, ξεϋφαίνουν τα πέπλα: το ‘όχι’ το ‘δεν’ το ‘μη’
Σώματα μπρος στους νόμους
Λόγια διαλαλούν στα πέρατα την ιστορία του κόσμου, τα στοιχεία τραγουδούν την ύλη τους, ονομάζονται τα πλαστά μας όνειρα, βαφτίζονται τα μέλλοντα, να ‘ρθουν
Οι άνθρωποι ενώπιον της βούλησής τους
Άστρα μεσουρανούν στον ύπνο του ανθρώπου και πέφτουν νύχτες στο χαμό τους να φωτίσουν την πλάνη που πληγώνει τη γη: ο άνθρωπος επιμελώς ασκείται στο ενάντιο της επιθυμίας του

“inner light” phot@rt by Aeglie
Γυρίζω σελίδα κι ακούω την ησυχία να σχίζεται
Ποιος ξέρει πόση ώρα έχει εγκατασταθεί η σιωπή
Αφήνω το βιβλίο να γλιστρήσει στο χαλί και
ό,τι διάβαζα καταλαγιάζει στο νου μου
Ακούω την αναπνοή μου μόνο και την κρατώ
στιγμούλες κι αφουγκράζομαι
Το σπίτι ανασαίνει ανήσυχα
Τα βιβλία απέναντι ψιθυρίζουν ιστορίες
Διστακτικά μετακινούμαι στη θέση μου και
το μαξιλάρι αναστενάζει
Έξω ένα φύλλο πέφτει, αργά περνά μπρος απ’ τον
δεύτερο όροφο
Κρατώ την ανάσα μου και το ακούω να σέρνει
στο δρόμο
Πνοή ανέμου σφυρίζει
Έξω ένα φύλλο πέφτει – αίφνης φυσά δυνατότερα – με θόρυβο
μες στο μπαλκόνι μου
Και φέρνει βροχή
Σηκώνομαι ν’ ανοίξω στον καιρό
Έξω ένα φύλλο έχει πέσει και ψάχνει τη γη
Οδηγώ στον επαρχιακό δρόμο, ανάμεσα στις λυγερές λεύκες με το φρέσκο φύλλωμα. Ο ουρανός ψηλά, μακριά, πέρα απ’ τα χρυσοπράσινα φύλλα αρχίζει να κλείνει αν και το απομεσήμερο είναι ακόμα φωτεινό. Τα σύννεφα, που έπαιζαν, πυκνώνουν σταδιακά, βαραίνουν, συνοφρυώνονται. Ο θόλος έχει κατέβει πια πάνω απ’ τις κορυφές των δέντρων. Το φως αποτραβιέται. Η ώρα μοιάζει εσπερινή. Νιώθω την ακινησία γύρω. Νιώθω ότι πληγώνω την ειρήνη της γης που θέλει ν’ αφοσιωθεί στην προσμονή. Σταματώ στην άκρη το αυτοκίνητο. Απόλυτη ησυχία. Ούτε ο άνεμος δεν κινείται. Όλη η φύση περιμένει. Ακούω το χώμα ν’ ανασαίνει τη δίψα του. Ανοίγουν ουρανοί.
η επίγνωση του ταξιδευτή
Όπου κι αν πας οι άλλοι λείπουν
Νιώθεις το χώρο που αφήνουν
σε κάθε ξένο τοπίο.
Καθησυχάζεις μερικούς με κάρτες.
Οι άλλοι, διαρκώς στο νου σου,
μιλούν σε ανύποπτο χρόνο.
Φεύγεις με ορμή πέρα απ’ τα σύνορα
Δεν τα δείχνει ο παλιός χάρτης
που μελετάς σε κάθε στάση,
το χαρτί μετατρέπεται σε χώρο,
το φως ξεδιαλύνει τις πόλεις,
τους δρόμους, τους φίλους, τις αναμνήσεις.
Που σε φέρνει η ώρα τέτοιαν
ώρα; Τι απόσταση θα διανύσεις
πριν πάρει σχήμα το παρελθόν;
Ούτε κλίμακες, ούτε μύθοι για ερμηνεία
κενές εκφράσεις, άδειοι προορισμοί
στα πρόσωπα που ποθείς.
Ξέρεις πάντα ποιος δεν είναι εκεί
και στρέφεις με προσδοκία
εκεί όπου κάποιος θα έπρεπε να είναι.
kind of dialogue