Τον τελευταίο καιρό, επισκέπτομαι το κομμωτήριο μια φορά τον μήνα. Σαν να μου αρέσει το κοντό. Σήμερα μπήκα λίγο νωρίτερα και έπιασα κουβέντα με δυο κυρίες που ήταν ήδη εκεί. Ανάμεσα σ’ ένα λούσιμο κι ένα χτένισμα, ο Δημήτρης έριξε μια ματιά έξω και είπε:
— Ωχ, τράκαραν.
Αμέσως ήξερα. Γνωρίζω καλά εκείνο το σημείο. Ξέρω τι κάνουν οι παραβατικοί οδηγοί. Πλησίασα τη τζαμαρία και είδα μια ηλικιωμένη κυρία να χειρονομεί, μιλώντας σ’ ένα νεαρό κορίτσι. Ξέρετε, οι παραβατικοί είναι συχνά και κακοποιητικοί.
Κατάλαβα αμέσως ποια οδηγούσε ποιο αυτοκίνητο. Έβρεχε. Βγήκα και διέσχισα τη διασταύρωση. Πλησίασα τη νεαρή γυναίκα και της είπα:
— Μην ακούς κανέναν. Εσύ ανεβαίνεις, έχεις προτεραιότητα. Εκείνη έπρεπε να σταματήσει.
— Ναι, αλλά δεν σταμάτησε, μου είπε.
— Το ξέρω.
Την κοίταζε, την έβλεπε να ανεβαίνει και δεν πάτησε φρένο.
Αυτό κάνουν εκεί. Επιμένουν να σε πείσουν ότι εσύ πρέπει να σταματήσεις. Και να παρανομήσεις και την κυκλοφορία να εμποδίσεις.
Ιδίως όταν βλέπουν να έρχεται πίσω σου το τρόλεϊ. Είναι παρατηρημένο, καρατσεκαρισμένο. Το συζητούν όλοι στη γειτονιά.
Και έτσι, χειρονομώντας και φωνάζοντας, οι κακοποιητικοί άνθρωποι προσπαθούν να φορτώσουν στον άλλον την ευθύνη της δικής τους παραβατικότητας.
Έδωσα την κάρτα μου στην Εύα. Μπήκα να κουρευτώ και εξήγησα στο κομμωτήριο:
— Ναι, παρεμβαίνω. Στέκομαι, κοιτάζω, βλέπω, ρωτώ, εμπλέκομαι. Αν μπορώ να φανώ χρήσιμη.
Όταν τελείωσα, επέστρεψα στο σημείο. Η μία οδική είχε ήδη έρθει, ήρθε και η άλλη. Όλα κυλούσαν ομαλά. Η ηλικιωμένη κυρία είχε αποδεχθεί την υπαιτιότητα.
Πήγα στο κοντινό σούπερ για λίγα ψώνια. Στην επιστροφή, η Εύα μόλις ξεκινούσε να φύγει. Στάθηκα να την αποχαιρετήσω.
Ένα αυτοκίνητο ερχόταν και ο οδηγός μας έκανε παρατήρηση:
— Μα τώρα, είστε καλά εκεί;
Χαμογέλασα. Του εξήγησα ότι ήταν τροχαίο και μόλις αποχωρούσαν τα εμπλεκόμενα οχήματα. Τότε κοίταξε, είδε τα σημάδια στο αυτοκίνητο, ζήτησε συγγνώμη. Και είχε, επιπλέον, την ευγένεια να ρωτήσει αν οι άνθρωποι ήταν καλά.
[μια μικρή ιστορία, για ένα πραγματικό περιστατικό]
Είναι Παρασκευή, 22 Μαρτίου. Τα σχολεία είχαν γιορτή το πρωί. Τώρα τα παιδιά – δεν έχουν διάβασμα, σήμερα – μαζεύονται παρέες σε διάφορες γωνιές της γειτονιάς.
Βγαίνω κι εγώ για τον περίπατό μου. Έχω εγκαταστήσει αυτήν την ωραία συνήθεια: περπατώ, μια ώρα το πρωί και μια ώρα το βράδυ.
Ενώ βαδίζω έξω από το δημοτικό σχολείο της γειτονιάς, παρατηρώ μια ομάδα αγοριών. Δεν μπορείς να μην τους παρατήρησεις. Γίνεται μια μικρή φασαρία εκεί. Δηλαδή, όχι και τόσο μικρή.
Φαίνεται οι τρεις να τα έχουν βάλει με έναν. Εκείνος φωνάζει και χειρονομεί. Σαν για να διεκδικήσει το δίκιο του, ίσως;
Πλησιάζω εγώ. Δεν μπορώ να αποφύγω να προσεγγίσω το περιστατικό. Αλλά ούτε θέλω. Και στο απέναντι πεζοδρόμιο να περπατούσα, που είναι και η νησίδα στη μέση, θα ερχόμουν κοντά στα παιδιά, να δω τι συμβαίνει.
Επιβραδύνω και βγάζω το κινητό, τάχα να διαβάζω, για να δω μήπως χρειάζεται εδώ η παρέμβαση κάποιου ενήλικα.
– Και σεις θα με δεχτείτε όπως είμαι, φωνάζει το αγόρι, που στέκεται, μόνο του, απέναντι στους άλλους.
Καθώς φτάνω στο πλάι τους, ο πιο μικρόσωμος από τους τρεις κάνει μισό διστακτικό βήμα μπροστά και λέει ήσυχα και σταθερά:
– Εμείς, Γιάννη, έχουμε συζητήσει κι έχουμε συμφωνήσει και κάνουμε παρέα με τα καλά παιδιά.
Για μια στιγμή, η σιωπή είναι τόσο ισχυρή που, νομίζω, ότι έχω σταματήσει ν’ ακούω το βήμα μου. Την επόμενη στιγμή, ο Γιάννης απομακρύνεται με θόρυβο, σωματικό και λεκτικό. Κλωτσά τον δρόμο και γρονθοκοπά τον αέρα και ξεστομίζει πράγματα που δεν λέγονται.
Εγώ συνεχίζω. Πηγαίνω τον περίπατό μου. Αλλά αυτός ο ασυνήθιστος διάλογος δεν έχει μείνει εκεί, στο πεζοδρόμιο, έξω από το σχολείο, ανάμεσα στα παιδιά. Όχι. Έχει έρθει μαζί μου. Έχει θρονιαστεί μες στο κεφάλι μου.
Πώς και μου φάνηκε ότι είχε δίκιο ο ένας; Επειδή φώναζε; Κι όμως τα άλλα παιδιά είχαν κάθε δικαίωμα να μην θέλουν ένα κακοποιητικό στοιχείο στην παρέα τους.
Αλλά μπορεί να είχε δίκιο και ο Γιάννης. Ναι. Όχι γι’ αυτό που ζητούσε από τα παιδιά: να τον δεχτούν όπως είναι, να θυμώνει και να βρίζει και να χτυπά. Όχι. Για κάτι άλλο. Ναι. Για κάτι που μάλλον ζητούσε από τον εαυτό του: να γίνει κι αυτός ένα καλό παιδί. Ναι. Να γίνει το καλό παιδί που είναι.
Ίσως, μια μέρα, να γράψω μια μεγαλύτερη ιστορία με αφορμή αυτό το γεγονός. Και τότε ο τίτλος της θα είναι: “γίνου καλό παιδί, αν σε αγαπάς πολύ”
Άπλωσα μι’ αγκάλη βιβλία: ο αρχαίος διδάσκαλος, ο σύγχρονος επιστήμων, ο μυθοπλάστης, ο ποιητής, ο φιλόσοφος.
Όλοι αυτοί – αλλά και πολλοί άλλοι – αναγνωρίζουν, καθένας με τον δικό του τρόπο και μέσα στα δικά του λόγια, αυτό που μου έχει αποκαλυφθεί στις δώδεκα πρώτες συλλαβές εκείνου του χαϊκου:
Η μαθητεία μάς παίρνει από το χέρι και μας πηγαίνει ν’ ανταμώσουμε – με την αυθεντική, γνήσια, ελεύθερη βούλησή μας – το ον που είμαστε, διανύοντας μια πλήρη διαδρομή ΕαυτοΓνωσίας Πέντε Εποχών, μέσω της τέχνης οικοδόμησης της ΕυΑειΖωίας:
kind of dialogue