
“snow up to the skies” phot@rt by Aeglie
ήσυχος λευκός
χορός με τον άνεμο
ίχνη σκεπάζει

“snow up to the skies” phot@rt by Aeglie
ήσυχος λευκός
χορός με τον άνεμο
ίχνη σκεπάζει
λευκός γερανός
πάνω από τη λίμνη
ελευθερία

“lake shades” phot@rt by Aeglie
Ο τόπος είναι ανοιχτός, απέραντος, ακύμαντος
Ο ουρανός χαμηλά, ελαφριά συννεφιά
Βαδίζω πλάι στη γαλήνια λίμνη
Το ήσυχο αυτό απόγευμα
Κι ακούω τα βήματα μου ρυθμικά
Στέκομαι, και μόνο η ανάσα μου ηχεί
Σε λίγο, αντιλαμβάνομαι την αναπνοή του νερού
Το στοιχείο της ζωής
Το στοιχείο που αλλάζει θέση και μορφή
Ενώ ταξιδεύει διαρκώς
Από τα σπλάχνα ως τους ουρανούς της γης
Το στοιχείο που μεταφέρει ιδέα και γραφή
Έως την υλοποίηση
Πρώτα είδα τα δυο μικρά παιδιά να παίζουν κρυφτό,
ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα
Μέσα στο κέντρο της πόλης;
Τόσο νωρίς το πρωί;
Ύστερα, μεγαλύτερα και μικρότερα παιδιά κι ενήλικες μαζεμένοι όλοι μαζί έξω από ένα ταξιδιωτικό γραφείο – δεν το είχα προσέξει πριν, και βαδίζω χρόνια τώρα κάθε εργάσιμη μέρα αυτή τη διαδρομή
Είπα να κατέβω από το πεζοδρόμιο – αλλά όχι
Αποφάσισα να περπατήσω ανάμεσά τους
Επειδή νιώθω τα συναισθήματα των ανθρώπων στην αφή:
Ακουμπούν επάνω στο δέρμα μου
Κάποτε αυτό ήταν βάρος, φορτίο κι ευαισθησία ανεπιθύμητη
Έως ότου αποδέχθηκα το χάρισμα
Είναι ευτυχείς
Με μια πίκρα βαθιά και βαριά γεμάτα τα σπλάχνα
Δεν έχουν δικαίωμα να κοιτάξουν πίσω
Και το μέλλον είναι αόρατο
Ως να το αντλήσουν
Καθώς πηγάζει από μέσα τους
Ανδρέας Ξενικάκης
ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ
ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ
Αυτή δεν είναι μια καθημερινή ιστορία. Ούτε ασυνήθιστη, ωστόσο. Με τον απλό και καθημερινό λόγο, που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να μας την αφηγηθεί, αναδεικνύεται η δύναμή της.
Η Ελένη ενηλικιώνεται και αποφασίζει ν’ αναζητήσει τη βιολογική της μητέρα, γιατί νιώθει απεγνωσμένη την ανάγκη ‘’… να ελευθερώσει τον εαυτό της από την αβάσταχτη πίκρα της εγκατάλειψης…’’
Για να συναντήσει τη βιολογική της μητέρα, η Ελένη πρέπει να ταξιδέψει στη μακρινή Κίνα – και εκεί να την αναζητήσει. Είναι μόλις δέκα οχτώ χρονών. Πρόθυμα δέχεται τη βοήθεια οικογενειακών φίλων και τη συντροφιά της καλύτερής της φίλης στο μακρύ ταξίδι. Το πιο σημαντικό, φέρει στην καρδιά της την αγάπη που γενναιόδωρα έχει απολαύσει από τους θετούς γονείς της και στο νου της τη συμβουλή της πολυαγαπημένης θετής γιαγιάς: …«Όταν βελτιώνεις τις ζωές των άλλων βελτιώνεις και τη δική σου. Η ζωή σου γίνεται πιο πλούσια.»…
Κατά τη διαδικασία της αναζήτησης, στην απέραντη ξένη μητρική χώρα, η Ελένη βλέπει τη φωτογραφία της μητέρας της σ’ ένα συγγενικό σπίτι. ‘’… η Ελένη ένιωσε να λυτρώνεται, χωρίς να καταλαβαίνει από τι ακριβώς. Της φάνηκε πως κατά κάποιο τρόπο, ενώθηκε με το παρελθόν της μέσα από τη φωτογραφία…’’
Ταξιδεύοντας με διάφορα μέσα, από τη μια πόλη στο άλλο χωριό, ακολουθώντας τις πληροφορίες που έπαιρνε σε κάθε σταθμό, η Ελένη κατέληξε στον τελευταίο σταθμό ζωής της βιολογικής μητέρας της. Εκεί την περίμενε: ‘’… ένα φύλο χαρτί, με σκόρπια ιδεογράμματα πάνω του … ένα βάζο από πορσελάνη … «Εδώ τους νεκρούς τους καίνε» μουρμούρισε ο Παντελής …’’
‘’… Τότε της φάνηκε πως σιώπησε το αεράκι και σταμάτησε εντελώς η βροχή …’’
Στην πρασιά της Σανταρόζα είναι καθισμένοι κι έχουν πλάι απλώσει τα ρούχα τους που βρήκαν τρόπο στ’ αφιλόξενα να πλύνουν
Ένα παιδί παίζει με τόπι:
Οφείλουμε να διαγράψουμε τον πόλεμο από τα αρχεία της συνειδητότητας ώστε η ανθρωπότητα να μην επαναλαμβάνει την υλοποίησή του
Οφείλουμε στη θέση του να μην αφήσουμε κενό παρά να εγγράψουμε με δύναμη και κίνηση και χρώματα την ειρήνη, την εφευρετική εργασία, την ευεργετική δημιουργία
Οφείλουμε να ορίσουμε από την αρχή: η ζωή είναι γιορτή
το τέλος του χειμώνα
Πάνω απ’ τον ήσυχο κόσμο, κελαηδά ένα πουλί
ξυπνώντας μονάχο μες στα μαύρα κλαδιά.
Θέλεις να γεννηθείς. Θα γεννηθείς.
Πότε άραγε η οδύνη μου έγινε
εμπόδιο στην ηδονή σου;
Ρίχνεσαι μπρος
μες στο σκοτάδι και το φως ταυτόχρονα
με διψασμένες αισθήσεις
λες κι είσαι κάτι καινούργιο, που θέλει
να εκδηλωθεί
όλο λαμπρότητα, όλο ζωντάνια
δε σκέφτεσαι
τι θα σου κοστίσει,
δε φαντάζεσαι τον ήχο της φωνής μου
παρά σαν κάτι δικό σου –
δε θα την ακούσεις στον άλλο κόσμο,
οπωσδήποτε όχι καθαρά,
όχι σε κελαηδισμό ή φωνή ανθρώπου,
όχι τον αγαπημένο ήχο, μόνο
μια επίμονη αντήχηση
μια βοή που λέει αντίο, στο καλό –
την ίδια αδιάκοπα φράση
που μας δένει μαζί.

“together” phot@art by Aeglie
Το να συγχωρείς είναι της σοφίας:
είναι ειρήνη, ανοιχτή γαλάζια ακύμαντη πρωινή βαρκάδα
Το να ζητάς συγχώρεση είναι της γενναιότητας:
είναι η μάχη του ήλιου που είσαι και παραδίνεσαι στην αγκαλιά μου νικητής
το κορμί απλωμένο πάνω στην αρχαία ζεστή πέτρα
μάτια ελαφρά κλειστά: αναλύει χρώματα ο ήλιος του μεσημεριού κάτω απ’ τα βλέφαρά μου
το εντός μου φως ακούει την ησυχία, σηκώνει τα πέπλα
ο κόσμος γεννιέται αδιάλειπτα μέσα μου
ανοίγω το βλέμμα: άνεμος χορεύει ψηλά
λικνίζονται αθόρυβες, φρεσκόφυλλες οι κορυφές της αιώνιας λεύκας
kind of dialogue