πρόσφυγες

21 08 2015

Πρώτα είδα τα δυο μικρά παιδιά να παίζουν κρυφτό,
ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα
Μέσα στο κέντρο της πόλης;
Τόσο νωρίς το πρωί;
Ύστερα, μεγαλύτερα και μικρότερα παιδιά κι ενήλικες μαζεμένοι όλοι μαζί έξω από ένα ταξιδιωτικό γραφείο – δεν το είχα προσέξει πριν, και βαδίζω χρόνια τώρα κάθε εργάσιμη μέρα αυτή τη διαδρομή
Είπα να κατέβω από το πεζοδρόμιο – αλλά όχι
Αποφάσισα να περπατήσω ανάμεσά τους

Επειδή νιώθω τα συναισθήματα των ανθρώπων στην αφή:
Ακουμπούν επάνω στο δέρμα μου
Κάποτε αυτό ήταν βάρος, φορτίο κι ευαισθησία ανεπιθύμητη
Έως ότου αποδέχθηκα το χάρισμα

Είναι ευτυχείς
Με μια πίκρα βαθιά και βαριά γεμάτα τα σπλάχνα
Δεν έχουν δικαίωμα να κοιτάξουν πίσω
Και το μέλλον είναι αόρατο
Ως να το αντλήσουν
Καθώς πηγάζει από μέσα τους





παιδί με τόπι

4 08 2015

Στην πρασιά της Σανταρόζα είναι καθισμένοι κι έχουν πλάι απλώσει τα ρούχα τους που βρήκαν τρόπο στ’ αφιλόξενα να πλύνουν

Ένα παιδί παίζει με τόπι:

Οφείλουμε να διαγράψουμε τον πόλεμο από τα αρχεία της συνειδητότητας ώστε η ανθρωπότητα να μην επαναλαμβάνει την υλοποίησή του

Οφείλουμε στη θέση του να μην αφήσουμε κενό παρά να εγγράψουμε με δύναμη και κίνηση και χρώματα την ειρήνη, την εφευρετική εργασία, την ευεργετική δημιουργία

Οφείλουμε να ορίσουμε από την αρχή: η ζωή είναι γιορτή





γενέθλια επίγνωση

11 12 2014
“your eyes on me, my love” phot@rt by Manos

ο έρωτας οδηγεί την ελευθερία





το ‘’εγώ‘’ δεν ανήκει στο ‘’εμείς‘’

23 11 2013

Ένα απόσπασμα ουράνιου τόξου απέναντι από το ανατολικό μου παράθυρο – το πολύχρωμο χαμόγελο του ουρανού, που βαραίνει αυτό το απόγευμα από μεγάλα σύννεφα γεμάτα κι έτοιμα να ξεσπάσουν πάλι σε βροχή – οδηγεί τις σκέψεις που μόλις έχει αφυπνίσει το βιβλίο που διαβάζω σε άλλους δρόμους από εκείνους που η συγγραφέας φαίνεται να έχει πρόθεση, ή ίσως όχι;
Έτσι καθώς τα χρώματα – ένα ένα χωριστά, καθένα με τη δική του μοναδική ποιότητα κι αγκαλιά όλα μαζί, στην ίδια καμπύλη ζώνη, που διασχίζει το στερέωμα απ’ άκρη σ’ άκρη – φωτίζουν τη γκρίζα μάζα ουρανού και γης και υπόσχονται μια φρέσκια πόλη πλυμμένη καθαρή, ένα καινούργιο ‘’εμείς‘’ γυρεύει ο άνθρωπος για να φωτίσει την ιστορία του κόσμου:
Γυρεύει το ‘’εμείς‘’ που δεν απενεργοποιεί καθένα από τα διαφορετικά ‘’εγώ‘’ και που δεν τα απομονώνει από τα εγώ που σχηματίζουν ένα άλλο ‘’εμείς‘’
Γυρεύει το ‘’εμείς‘’ που δεν ξεχωρίζει από το ‘’οι άλλοι‘’, παρά μόνο ως προς το έργο πάνω στο οποίο εργάζονται, πράγμα που τελικά ενώνει όλους στην πρόθεση και το σκοπό
Γυρεύει το ‘’εμείς‘’ που συνεισφέρει στην ξεχωριστή εξέλιξη και ανάπτυξη του κάθε ανθρώπου και, ταυτόχρονα, σπρώχνει με θέληση και δύναμη μπροστά σε πρόοδο ολόκληρο το σώμα της ανθρωπότητας
Το ‘’εγώ‘’ δεν είναι πια νεογέννητο στην ιστορία της συνείδησης – οι επιστήμες δίνουν αναλυτικά τα στοιχεία της πορείας του – και καθόλου δε νομιμοποιείται να θρέφεται από το ‘’εμείς‘’
Το ‘’εγώ‘’ οφείλει ν’ αποδεσμεύσει τον ομφάλιο λώρο, ν’ απογαλακτιστεί, να ελευθερώσει τον εαυτό του από τις παιδικές ενοχές και τις εφηβικές αγωνίες, και να αποδεχτεί ότι, αν και κατά καιρούς μαζί με άλλα σχηματίζει κάποιο, δεν ανήκει σε κανένα ‘’εμείς‘’





θεμέλιος νόμος

21 10 2013

“a rose reaches sky” phot@rt by Aeglie

η αγάπη είναι άφθαρτη

επέτειος





η μαγεία του τραγουδιού

27 04 2013

Έχω συχνά παρατηρήσει τη θαυμαστή και ευεργετική θεραπευτική δράση αυτού εδώ του τραγουδιού

Μπουμ, μπουμ, μπουμ. Κάθε μπουμ και μια γροθιά στον αέρα. Ενώ τα χέρια του πριν δυο στιγμές κρατούσαν τις αλυσίδες της κούνιας. Και τινάζεται στο κάθισμά του. Και πηγαίνει ψηλά. Τα χοντρά ξύλα τρέμουν και τα καρφιά που τα δένουν τρίζουν.
τρέχει τρέχει τρέχει το νερό στο μύλο
σ’ έχω κάνει τώρα φίλο
τρέχει τρέχει τρέχει το νερό
Είναι νωρίς. Λίγος κόσμος στην αυλή. Ένα μικρό παιδί στην τσουλήθρα. Κοντά, ο πατέρας και η φροντίδα του. Η ένταση στην κούνια μειώνεται. Το ένα χέρι πάλι στην αλυσίδα. Το άλλο χτυπά ακόμα τον αέρα. Και τα μπουμ πνίγονται μες στο στόμα.
τρέχει τρέχει τρέχει το νερό στ’ αυλάκι
θα σου δώσω και φιλάκι
τρέχει τρέχει τρέχει το νερό
Ο μικρός, στον οποίο κρατάω συντροφιά αυτό το πρωινό, έχει έρθει απ’ τον πόλεμο. Την ίδια ώρα που εγώ ακούω τα  πουλιά, εκείνος ακούει πολυβολισμούς. Την ίδια ώρα που εγώ βλέπω ανθισμένα παρτέρια, εκείνος βλέπει γκρεμισμένα σπίτια.
τρέχει τρέχει τρέχει το νερό στον κόσμο
μέντα, ρίγανη και δυόσμο
τρέχει τρέχει τρέχει το νερό
Έχω διαπιστώσει τη μαγεία αυτού του τραγουδιού και άλλοτε. Το αγαπούν τα παιδιά. Κάθομαι στο πεζούλι πίσω από τις κούνιες και σιγοτραγουδώ πάνω σ’ αυτό το σκοπό. Σε λίγα λεπτά, η κούνια έχει χαμηλώσει, ίσα που λικνίζεται.
τρέχει τρέχει τρέχει το νερό στο δρόμο
και γιατρεύει κάθε πόνο
τρέχει τρέχει τρέχει το νερό
Η άλλη κούνια παραμένει άδεια. Κάθομαι πλάι στο επτάχρονο αγόρι. Απλώνω το χέρι μου. Δίνει το δικό του. Λικνιζόμαστε έτσι μαζί για λίγο. Παίζει το χέρι του μες στη χούφτα μου. Χαλαρώνω: μπορεί να θέλει να το πάρει. Όχι ακόμα.
τρέχει φεύγει πέφτει το νερό στη λίμνη
λευτεριά, γιορτή, ειρήνη
τρέχει τρέχει τρέχει το νερό
Σηκώνω το κεφάλι ψηλά, τα μάτια μου στον ήλιο. Τα κλείνω. Νιώθω τη ζεστασιά του στο πρόσωπό μου. Τη ζεστασιά του χεριού του μικρού αγοριού στο δικό μου χέρι. Γυρίζω σ’ εκείνον. Χαμογελάμε μαζί. Θέλεις να σε κουνήσω πάλι; Ναι.




ν’ ακούει το σπίτι μουσική

3 03 2013

Μπορεί και να είναι η τελευταία χειμωνιάτικη Κυριακή για φέτος, σκέφτομαι κι ανακατεύω τα σκεπάσματα, ας χουζουρέψω.

Πολύ λίγο αργότερα, αλλάζω γνώμη κι αποφασίζω να σηκωθώ. Και, για να μη βγω εντελώς απ’ τα χουζούρια μου, φορώ τη φόρμα πάνω απ’ τις πυτζάμες. Ανάβω τζάκι, βάζω στο μπρίκι καφέ, στην κούπα μέλι και κανέλα. Τυλίγω λίγο καπνό στο τσιγάρο μου. Ανοίγω την τηλεόραση ν’ ακούει το σπίτι μουσική: το κανάλι της βουλής το πρωί. Καπνίζω – το κάπνισμα ωφελεί σοβαρά τα νωχελικά πρωινά – απέναντι σε μια φωτιά που τρίζει τα τρυφερά τραγούδια της.

Σε λίγο – κι αφού έχει μπει αυτό το κάτι με πατάτες στο φούρνο για το κυριακάτικο τραπέζι – με μια δεύτερη κούπα καφέ με μέλι και κανέλα στο ένα, ψηλαφίζω με σχεδόν μάτια κλειστά τη βιβλιοθήκη με το άλλο χέρι. Ένας μαγικός μηχανισμός ανοίγει τα μάτια της ψυχής μόλις κλείσεις τα αναρτημένα στο πρόσωπο μάτια και σε οδηγεί σοφά. Δεν έχω απλώσει στη γωνιά του Antoine de Saint Exupery ούτε η Νυχτερινή Πτήση βρίσκεται στη θέση της πριν την πάρω, πριν λίγες ώρες, στα χέρια μου.

Τυλίγω ένα επόμενο τσιγάρο και κοιτάζω στα πόδια μου το παλιό και αγαπημένο βιβλίο – έκδοση του 1986 – που έχω διαβάσει αρκετές φορές. Ξεφυλλίζοντας, διαβάζω τα σημειωμένα και σκέφτομαι ότι μάλλον θα πρέπει μόλις καπνίσω το τσιγάρο να πάω πάλι στη βιβλιοθήκη προς αναζήτηση: πόσες φορές πια θα διαβάσω αυτό το βιβλίο; Σχεδόν ξέρω σε ποια σελίδα είναι γραμμένη η κάθε σημειωμένη φράση. Κι αφού το τσιγάρο σβήνει, κάθομαι πιο αναπαυτικά κι αρχίζω πάλι την ανάγνωση. Και είναι φρέσκια όπως την πρώτη φορά – ή, σχεδόν.

Ο πολυαγαπημένος συγγραφέας, που πέταξε με τα δικά του φτερά ψηλά πάνω από τη Μεσόγειο, αφήνοντας το τελευταίο αεροπλάνο που κυβέρνησε να πέσει μες στα βαθιά νερά της, μου διηγείται το νυχτερινό δρομολόγιο του αεροπορικού ταχυδρομείου Παταγονία – Μπουένος Άιρες μια νύχτα, περί τα 1930, που κυκλώνας εισέβαλε απ’ τον Ειρηνικό στις Κορδιλιέρες των Άνδεων και εισχώρησε στ’ ανατολικά.

Ή, μου εξηγεί το αναπόφευκτο της διαδρομής της προόδου, σε αυτή τη διάσταση της ζωής που ζούμε εδώ πάνω στη γη, μέσα από νύχτες. Και μου δίνει τα εφόδια που χρειάζεται να ‘χει καθένας – ακόμα και, κυρίως δε, εκείνοι που δεν θα βγουν στο πρωί – για να έχει η μέρα που μια τέτοια νύχτα θα εξημερώσει πάει τον άνθρωπο ένα βήμα πιο κοντά στον αληθινά ελεύθερο εαυτό του: Ελεύθερο ν’ αναπτύξει τις δυνατότητές του και ν’ αποκομίσει και ν’ απολαύσει τ’ αποτελέσματα του έργου του για έναν καλύτερο τρόπο ζωής. Ελεύθερο να οικοδομήσει αυτόν τον καλλίτερο κόσμο που εφηβικά ονειρεύτηκε.

Μερικές υπογραμμίσεις, σημερινές και παλαιότερες:

σελ. 10: … περιορίζει σαν τον έρωτα …

σελ. 13: … νομίζουν πως η λάμπα τους φέγγει για το ταπεινό τους τραπέζι, μα ογδόντα χιλιόμετρα μακριά τους κάποιος έχει κιόλας συγκινηθεί απ’ την έκκληση αυτής της λάμπας …

σελ. 21: … ο κυκλώνας δεν είναι τίποτα, μπορεί να σώσεις το τομάρι σου, μα τα πριν, αυτή η συνάντηση που έχεις μαζί του …

σελ. 23: … μέσα σε κάθε πλήθος υπάρχουν άνθρωποι που χωρίς να τους ξεχωρίζεις είναι σπουδαίοι αγγελιαφόροι …

σελ. 23: … δεν καταλάβαιναν τον ιερό χαρακτήρα της περιπέτειας και με τα ξεφωνητά τους νόθευαν τη σημασία της κι υποβάθμιζαν τον άνθρωπο …

σελ. 26: … Ο άνθρωπος ήταν γι’ αυτόν παρθένο κερί που ήθελε πλάσιμο. Έπρεπε να δώσει μια ψυχή σ’ αυτή την ύλη, να της δημιουργήσει μια θέληση. Δε σκεφτόταν να τους υποτάξει μ’ αυτή τη σκληρότητα, μα να τους κάνει να ξεπεράσουν τους εαυτούς τους …

σελ. 27: … κατεύθυνε προς την αναχώρηση, παρά προς τη στάθμευση τη θέλησή τους – δημιουργούσε αυτή τη θέληση

σελ. 35: … κρατάτε σχεδόν στα χέρια σας τη ζωή ανθρώπων, ανθρώπων που αξίζουν περισσότερο από σας …

σελ. 39: … απόψε, με τους δυο ταχυδρόμους μου σε πτήση, είμαι υπεύθυνος για έναν ολόκληρο ουρανό …

σελ. 40: … αυτός ο άνθρωπος δεν ξέρει το μεγαλείο του …

σελ. 44: … υπεύθυνος δεν είναι ο άνθρωπος, είναι κάτι σαν σκοτεινή δύναμη που δεν αγγίζεις ποτέ, αν δεν αγγίξεις ολόκληρο τον κόσμο …

σελ. 45: … κι οι άνθρωποι … τους παραμερίζεις όταν το κακό περνά μέσ’ απ΄αυτούς …

σελ. 47: … δεν είναι αυτοί που πολεμώ, πολεμώ αυτό που περνάει μέσ’ απ’ αυτούς …

σελ. 47: … αν δεν ταρακουνήσω τους ανθρώπους μου, η νύχτα πάντα θα τους φοβίζει …

σελ. 54: … Τον σώζω απ’ το φόβο. Δεν τα ‘βαλα μαζί του, τα ‘βαλα, μέσω αυτού, μ’ αυτή την αντίσταση που παραλύει τους ανθρώπους μπροστά στο άγνωστο …

σελ. 54: …σ’ αυτόν τον αγώνα, μια βουβή αδελφοσύνη έδενε, βαθιά μέσα τους, τον Ριβιέρ και τους πιλότους του …

σελ. 62: … ενάντια στους ανθρώπους παίζεται ένα παιχνίδι, όπου πολύ λίγο λογαριάζεται η πραγματική σημασία των πραγμάτων …

σελ. 68: … αν η ανθρώπινη ζωή είναι ανεκτίμητη, ενεργούμε πάντα σαν κάτι να ξεπερνάει, σε αξία, την ανθρώπινη ζωή, μα τι όμως; …

σελ. 80: … Αυτό το χέρι που είχε χαϊδέψει. Αυτό το χέρι που, ακουμπώντας σ’ ένα στήθος, ξεσήκωσε μιαν αναταραχή, σαν θείο χέρι. Αυτό το χέρι που ακούμπησε σ’ ένα πρόσωπο, αλλάζοντάς το. Αυτό το χέρι που ήταν θαυματουργό.

σελ. 96 – και αυτή είναι η τελευταία πρόταση του κειμένου: … Ο Ριβιέρ ο Μέγας, ο Ριβιέρ ο Νικητής, που σηκώνει τη βαριά νίκη του._





γαλανές ώρες

10 11 2012

IMG_1644

“created to create” phot@rt by Aeglie

Ως και η θάλασσα σωπαίνει, ήσυχη τη σέρνει ο άνεμος στα πόδια μου, γυμνά, τόσο δα βυθισμένα στη μαλακή άμμο, βρεγμένη αλμύρα
Ο ήλιος φεύγει απέναντι στα μάτια μου, ποτάμι πλατύ φως απλώνει, με καλεί, βαδίζω προς το μέρος του, το νερό ψηλώνει
Βουτώ αθόρυβα, αφήνω το μπλε να με κρατά ελαφριά στη ράχη του, κλείνω τα μάτια, χρώματα έχουν φωλιάσει
Η ακτή επιστρέφει στην εσπερινή σκιά, λίγη ψύχρα εκπνέει ο αέρας, πουλιά σε φιλόξενες φυλλωσιές
Η διαδρομή δεν αποφεύγει τη νύχτα κι ο ουρανός έχει ανάψει τ’ αστέρια μου





θάλασσα

8 11 2012

θαλασσα

“sea before us” phot@rt by Aeglie

Το μεσημέρι κρατά το καλοκαίρι αγκαλιά
Βαδίζω πλάι της ώρα πολλή και, τότε
Βουτώ το κορμί ζεστό στα δροσερά νερά της
Απλώνει πάντα ολόγυρα το μπλε για μένα
Ανακουφίζει τη φωτιά που καίω μέσα μου
Ακυρώνει τη βαρύτητα στην οποία έχω αγκιστρωθεί
για να χαράσσω τα ίχνη του βηματισμού
στο έδαφος που ντύθηκε προς πλάνη ο πλανήτης
και κρύβει τη φωτιά που καίει μέσα του
Αντιστέκομαι με βία κάθε τόσο στην άνωση
και στην ελαφρύτητα της εγκατάλειψης
Βυθίζομαι ν’ απαγκιάσω απ’ τον κυματισμό
Ανοίγω τα μάτια θολά στο βυθό, το νου διαυγή
στην ειρήνη που εντός μου προστατεύω
Ανεβαίνω με τις χούφτες σφιχτές άμμο βρεγμένη
Αφήνω τον αφρό να την πάρει ξανά
μες απ’ τα δάχτυλά μου
Ο ίδιος άργιλος σχηματίζει τα χέρια μου





βλέπει μακριά

25 12 2011
“north the white” phot@rt by Aeglie

 

Η ησυχία στέκει απεγνωσμένα λευκή και όμορφη – μόνο η φωτιά κάπου κάπου της δίνει ένα ρίγος, η φωτιά πίσω απ’ τη ράχη μου. Κοιτάζω έξω από αυτό το παράθυρο: δε βλέπει πολύ μακριά. Απ’ το θόλο κρέμεται κουρτίνες το χιόνι, μόλις που διακρίνεται η ράχη απέναντι. Η μέρα μοιάζει να φεύγει νωρίς: άναψε φως στην κουζίνα. Το τραπέζι στρώθηκε μετά από μακρύ ταξίδι. Όλοι φτάσαμε, καθένας από άλλη γωνιά των καιρών. Εξουθενωμένοι: εργαστήκαμε σκληρά για να είμαστε εδώ. Είναι η στιγμή που απελπισμένα χρειαζόμαστε τη φαντασία μας: πρέπει να δούμε πού θα πατήσει το επόμενο βήμα – κι ελπίζουμε ότι δεν την έχουμε αμετάκλητα εγκαταλείψει